Πριν αρχίσετε να βγάζετε πρόχειρα συμπεράσματα για την ψυχική μου υγεία, να διευκρινίσω κάτι. Υπήρξα ένα απολύτως φυσιολογικό παιδί. Ή… τέλος πάντων, όσο φυσιολογικό μπορεί να θεωρηθεί οποιοδήποτε παιδί που μεγάλωσε στην Ελλάδα της δεκαετίας του 70. Μου άρεσαν οι σοκολάτες, οι κούκλες, οι πλαστελίνες, τα ποδήλατα που δεν είχα, τα παιχνίδια της γειτονιάς και να γυρίζω σπίτι μόνο όταν άκουγα τη μάνα μου να ουρλιάζει το όνομά μου από απόσταση τριών οικοδομικών τετραγώνων. Κοινώς, δεν θυσίαζα γάτες τα μεσάνυχτα, ούτε καλούσα πνεύματα, δεν έκανα συνεδρίες με ποτήρια και δεν διάβαζα αποκρυφιστικά βιβλία.
Κατ’ αρχάς ήμουν τεσσάρων ετών. Μετά βίας κατάφερνα να διαβάσω το “να Λόλα ένα μήλο” , πόσο μάλλον το Νεκρονομικόν. Άλλωστε, εγώ ήθελα να είμαι η Σταχτοπούτα, ή η Χιονάτη ή η Ωραία Κοιμωμένη στη χειρότερη, και όχι η Ρέγκαν από τον εξορκιστή. Δεν είχα την παραμικρή υπαρξιακή ανησυχία, ενώ οι μεγαλύτερες αγωνίες μου ήταν αν θα μου πάρουν σοκολάτα ΙΟΝ ή αν θα με βάλουν να κοιμηθώ με το ζόρι το μεσημέρι. Επίσης ήμουν ένα παιδί, που πίστευε πως οι μεγάλοι τα ξέρουν όλα. Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι οι μεγάλοι ξέρουν κυρίως να λένε πέντε φράσεις: Δεν είναι τίποτα, το φαντάστηκες, είδες όνειρο, τα καλά παιδιά δεν λένε ψέματα και το αξεπέραστο, πήγαινε για ύπνο, Κι έτσι ξεκίνησε η ιστορία μου, όχι επειδή έψαχνα το μεταφυσικό. αλλά επειδή, απ’ ότι φαίνεται, το μεταφυσικό είχε αποφασίσει να ψάξει εμένα.
Η πρώτη μου λοιπόν “μεταφυσική” εμπειρία συνέβη όταν ήμουν λοιπόν στην ηλικία των τεσσάρων ετών. Δηλαδή σε ηλικία που δεν μπορούσα καν να ντυθώ χωρίς βοήθεια (δεν ήμουν και ιδιαίτερα ικανή ομολογώ), αλλά σύμφωνα με τους μεγάλους, διέθετα ήδη την εκπληκτική ικανότητα να σκηνοθετώ ταινίες τρόμου μέσα στον ύπνο μου. Ήταν καλοκαίρι, νωρίς το απόγευμα ίσως γύρω πέντε , τότε που τα καλοκαίρια δεν ήταν τόσο αδηφάγα σαν τα σημερινά, και η ανοιχτή μπαλκονόπορτα κατάφερνε να διατηρεί μια ευχάριστη αν όχι δροσερή ατμόσφαιρα. Το σπίτι ήταν ισόγειο, και ποιος ξέρει γιατί, μου είχε παραχωρηθεί το διπλό κρεβάτι των γονιών μου. Ξυπνάω και ακούω τη μάνα μου στην πίσω αυλή ,όπου εκεί συνήθιζε να απλώνει ρούχα, να κουβεντιάζει με τη γειτόνισσα.
“Μαμά”! φωνάζω
“Έρχομαι!” Απαντάει
Απάντηση η οποία εμπίπτει ανάμεσα στα διασημότερα ψέματα της ελληνικής οικογένειας, καθώς αυτό το “έρχομαι” μπορεί να σημαίνει από τριάντα δευτερόλεπτα μέχρι να τελειώσει η μπουγάδα, να πεταχτώ στο σούπερ μάρκετ, να λυθούν τα ελληνοτουρκικά και να πιουν κι έναν καφέ. Εγώ, ανυποψίαστη, αρχίζω να τραγουδάω, να μιλάω μόνη μου και να επαναλαμβάνω ‘μαμά… μαμά… μαμά..”, δίνοντας μάλιστα και κάποιον μουσικό ρυθμό σ’αυτήν την επανάληψη. Και τότε συνέβη αυτό. Από την πόρτα στα αριστερά του δωματίου, εμφανίζεται ένα πλάσμα. Δεν θα πω άνθρωπος, διότι μετά βίας διατηρούσε το σχήμα ενός ανθρωπίνου πλάσματος, και δεν θα πω τέρας, γιατί είμαι σίγουρη ότι τα τέρατα είναι πολύ πιο εμφανίσιμα. Είχε το ύψος ενός μετρίου αναστήματος, αν και εγώ είδα μόνο το πάνω μέρος του σώματος και το πρόσωπο. (Ακόμα και σήμερα, όσες ταινίες τρόμου κι αν έχω δει, καμία δεν κατάφερε να πλησιάσει εκείνη την εικόνα). Το πιο κοντινό που μπορώ να βρω σε περιγραφή είναι η λάσπη. Ένα πρόσωπο από ανοιχτόχρωμη λάσπη, που μεταβαλλόταν διαρκώς, σάλευε σαν σαν χυλός που αναπνέει και μόνο τα μάτια βρίσκονταν σε σταθερή θέση αλλά δεν μπορώ να τα περιγράψω.´Ηταν σίγουρα σκούρα.
Το πλάσμα γύρισε αργά το κεφάλι του και με κοίταξε και σ’αυτό το σημείο δεν είμαι σίγουρη αν πρώτα ούρλιαξα ή αν η ψυχή μου πέταξε από το σώμα μου, έκανε έναν γύρο στο τετράγωνο και επέστρεψε μόνο και μόνο για να ουρλιάξω πιο δυνατά. Αυτό που ξέρω σίγουρα, είναι ότι κουκουλώθηκα με το σεντόνι μέχρι το κεφάλι, κι άρχισα να φωνάζω απεγνωσμένα τη μάνα μου, η οποία και κατέφθασε πανικόβλητη. Με ρώτησε τι έγινε, τι έπαθα, και εγώ προσπάθησα να της εξηγήσω, όσο πιο λεπτομερώς μπορούσα, με κάθε ίχνος παιδικού τρόμου και με άφθονα δάκρυα. Με άκουσε δεν μπορώ να πω, μάλιστα ζήτησε και περισσότερες διευκρινήσεις, (με ρώτησε που στεκόταν ακριβώς το πλάσμα, αν μου μίλησε κλπ) και μάλιστα πήγε και στάθηκε στο συγκεκριμένο σημείο, ώστε να αποδείξει ότι τίποτα δεν υπάρχει εκεί. Ασφαλώς και η διάγνωση βγήκε αμέσως και ήταν η εξής: “Το είδες στον ύπνο σου”, και η υπόθεση θεωρήθηκε λήξασα
Τα επόμενα χρόνια κοιμόμουν με τον αδερφό μου, γιατί υποτίθεται ότι αυτό θα μου δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας. Δεν δημιούργησε τίποτα. Για μένα το σπίτι, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μεταμορφωνόταν. Οι τοίχοι έμοιαζαν ζωντανοί, σχεδόν τους άκουγα και τους έβλεπα να ανασαίνουν και τότε το σπίτι μύριζε υγρασία και στάσιμο νερό. Ένιωθα ότι με παρακολουθούσαν, ότι σαν να περίμεναν Κάθε γωνία έκρυβε κάτι, κάθε σκιά είχε παράξενο σχήμα και διαρκώς ένιωθα ότι δεν ήμουν ποτέ μόνη στο δωμάτιο. Και το χειρότερο ήταν πως ένιωθα πως ότι κι αν ήταν εκεί, γνώριζε πολύ καλά ότι εγώ ήξερα πως ήταν εκεί. Και το μοναχικό μου μαρτύριο συνεχιζόταν, αφού άκουγα ψιθύρους σε γλώσσα που δεν καταλάβαινα, συχνά ξυπνούσα σαν να με είχε χαστουκίσει κάποιος. Αργότερα προστέθηκαν και οι γρατζουνιές.
Έτρεχα στους γονείς μου.
“Φοβάμαι” τους έλεγα,
“θέλω να κοιμηθώ μαζί σας”
και απάντηση ήταν πάντα η ίδια.
“Γύρνα στο κρεβάτι σου και κοιμήσου”
Διότι οι γονείς μου ήταν απίστευτα πρακτικοί άνθρωποι Ακόμα κι αν ν ένα φάντασμα εμφανιζόταν μπροστά τους με δελτίο ταυτότητας, πιστοποιητικό γεννήσεως και δύο μάρτυρες, θα έλεγαν πως κάτι θα φάγαμε , κάτι μας πείραξε.
Σ’εκείνο το δωμάτιο που τόσο τρόμο μου δημιουργούσε στην παιδική μου ηλικία, υπήρχε και μια μικρή βιβλιοθήκη . Εκεί, ανάμεσα σε εγκυκλοπαίδειες και παραμύθια, υπήρχε ένα διακοσμητικό μεταλλικό αλογάκι, που ισορροπούσε πάνω σε έναν κύλινδρο. Όταν τα πράγματα βάραιναν γύρω μου, το έβλεπα να αρχίζει να κινείται μόνο του. Σιγά στην αρχή, μετά όλο και πιο γρήγορα και στο τέλος εκτοξευόταν πάνω στο έπιπλο. Και παρά την βεβαιότητά μου πλέον, ότι ουδείς δεν θα μου έδινε σημασία, εξακολουθούσα να προσφεύγω στη βοήθεια και την προστασία των γονιών μου, για να εισπράξω ακόμα μια φορά την απάντηση “κάποιο ρεύμα θα δημιουργήθηκε”. Βέβαια!! Είναι ολοφάνερο και αποδεδειγμένο επιστημονικώς. Ανάμεσα στο σαλόνι και το υπνοδωμάτιο, δημιουργούνταν πάντα εκείνες οι κατάλληλες συνθήκες, ώστε μικροί ανεμοστρόβιλοι να περιδιαβαίνουν το σπίτι και να γκρεμίζουν μόνο το συγκεκριμένο μεταλλικό διακοσμητικό, αφήνοντας ήσυχα όλα τα υπόλοιπα μικρά αντικείμενα.
Κι όταν αργότερα ξυπνούσα με βαθιές γρατζουνιές σε χέρια, πόδια, κοιλιά και πλάτη, η επιστημονική κοινότητα του σαλονιού συνεδρίαζε ξανά. “ Τι είναι αυτά τα πράγματα. Μόνη σου τις έκανες. Πάμε να κόψουμε τα νύχια σου”. Φυσικά. Διότι άλλοι μιλάνε στον ύπνο τους. άλλοι υπνοβατούν αλλά εγώ, σύμφωνα με την οικογενειακή βιβλιογραφία, ήμουν ο πρώτος άνθρωπος στην ιστορία που έκανε χαρακτική υψηλής ακρίβειας πάνω στο ίδιο της το σώμα χωρίς να ξυπνήσει.
Έτσι μεγάλωσα. Σε ένα σπίτι όπου εγώ φοβόμουν το σκοτάδι, τους διαδρόμους, τις μισάνοιχτες πόρτες, τους τοίχους που, ορκιζόμουν πως ανέπνεαν, τις σκιές που μετακινούνταν όταν δεν τις κοιτούσα, τα βράδια που έμοιαζαν να κρατούν περισσότερο από όσο έγραφε το ρολόι και… εντάξει, ακόμη και την τουαλέτα στις τρεις τα ξημερώματα. (Γιατί όλοι ξέρουμε πως η διαδρομή κρεβάτι-τουαλέτα εκείνη την ώρα είναι περίπου ισοδύναμη με αποστολή κομάντο πίσω από τις εχθρικές γραμμές.) Κοιμόμουν με το κεφάλι κάτω από το πάπλωμα, λες και το εμπριμέ ύφασμα της γιαγιάς αποτελούσε αδιαπέραστη ασπίδα απέναντι σε κάθε υπερφυσική οντότητα. Μέχρι σήμερα δεν έχω καταλάβει γιατί πίστευα ότι οποιοδήποτε πλάσμα μπορούσε να περάσει μέσα από τοίχους, αλλά θα σταματούσε ευγενικά μπροστά σε ένα βαμβακερό πάπλωμα. Οι γονείς μου από την άλλη, φοβόντουσαν μόνο μήπως τους διακόψω τον ύπνο, τη μεσημεριανή ξεκούραση ή το δελτίο ειδήσεων.
Εγώ έβλεπα έναν κόσμο που δεν μπορούσα να εξηγήσω κι εκείνοι έβλεπαν ένα παιδί με υπερβολική φαντασία. Κι έτσι για πολλά χρόνια, κάθε περίεργο γεγονός έκλεινε με την ίδια επίσημη οικογενειακή γνωμάτευση. Ότι όλα αυτά είτε τα ονειρεύτηκα είτε τα επινόησα για να τους τραβάω την προσοχή. Χρειάστηκε να περάσουν πάρα πολλά χρόνια μέχρι να πάψω να αμφιβάλλω η ίδια για τις αναμνήσεις μου. Και χρειάστηκε να περάσουν ακόμη περισσότερα μέχρι να συμβούν πράγματα που δεν άφηναν πια τόσο εύκολα χώρο για τις γνωστές οικογενειακές εξηγήσεις. Κάποια στιγμή χωρίς να το περιμένω, ήρθε και η δική μου δικαίωση, που μπορεί να μην ήταν θριαμβευτική με τύμπανα και σάλπιγγες, αλλά τουλάχιστον ήρθε. Αλλά αυτή είναι μια εντελώς άλλη ιστορία.