Εγώ θέλω να μιλήσουμε, εσύ θέλεις;

Εγώ θέλω να μιλήσουμε, εσύ θέλεις;

Εγώ θέλω να μιλήσουμε, εσύ θέλεις;

Σήμερα, θα ήθελα να μιλήσω για κάτι που με απασχολεί αρκετά τον τελευταίο καιρό, χωρίς να φτάσω απαραίτητα σε κάποιο συμπέρασμα. Δεν είναι ότι δεν θέλω, αλλά να … είναι τόσο πολυπαραγοντικό το αποτέλεσμα που είναι δύσκολο να βρεθεί μια άκρη. Έχει να κάνει με τον διάλογο. Όχι τον δημόσιο διάλογο, όχι τον διάλογο των πνευματικών ανθρώπων ή για κάποιο συγκεκριμένο θέμα, αλλά απλά τον διάλογο. Την ανταλλαγή απόψεων με σκοπό την διεύρυνση της Πληροφορίας και της Γνώσης. Και που μπορεί να εκτροχιαστεί όλο αυτό.

Πριν μερικές μέρες, έμαθα για το θάνατο του Μαρίνου, διασκεδαστή, τραγουδιστή, ηθοποιού κ.λ.π. Την επόμενη μέρα από την είδηση του θανάτου του, οδηγούσα μετά τη δουλειά για να πάω στο Βύρωνα για ένα σκληρό δίσκο. Και όπως ήμουν χαλαρός μέσα στο αυτοκίνητο, σκεφτόμουν πως θα μπορούσα να μοιραστώ τα συναισθήματά μου με κάποιον άλλον. Όχι, δεν έτρεφα συναισθήματα συμπάθειας τόσο ισχυρά ώστε ο θάνατος του συγκεκριμένου ανθρώπου να μου προκαλέσει τέτοιο σοκ ώστε να είναι απαραίτητο να τα επικοινωνήσω. Ο νους μου έτρεχε όμως, και άρχισα να σκέφτομαι τι θα μπορούσα να πω για έναν άνθρωπο σαν και αυτόν. Και κυρίως που!

Σκεφτόμουν λοιπόν να πω ότι θαύμαζα τον Μαρίνο για το θάρρος του να βγει και να παραδεχτεί την αλήθεια για τη σεξουαλικότητά του, ιδίως σε μια εποχή που αυτό ήταν κατακριτέο. Πόσο θάρρος ήθελε όλο αυτό. Και σκεφτόμουν πως έλεγα ότι τον θαυμάζω και σαν μικρός διαβολάκος, πετάχτηκε η εικόνα ενός εξηντάρη να μου λέει «έλα μωρέ με την @@ρφάρα»!

  • Καλά, οκ, μπορεί να ήταν ομοφυλόφιλος, αλλά μου άρεσε γιατί είχε μια αρχοντιά πάνω του! Και το παραδέχτηκε σε μια εποχή που ήθελε κότσια για να το παραδεχτείς.
  • Έλα μωρέ με την @@ρφάρα (επανέλαβε η φωνή)
  • Ρε, δε λέω τίποτε για την ομοφυλοφιλία του, σου λέω ότι μου έκανε εντύπωση το θάρρος του, ήθελε θάρρος για να βγεις μπροστά στα φώτα της δημοσιότητας τότε.
  • Έλα μωρέ με την @@ρφάρα (κόλλησε η βελόνα!)
  • Ρε κατακαημένε, σου λέω ότι είχε περισσότερο θάρρος και εντιμότητα από τους περισσότερους ετεροφυλόφιλους ανθρώπους που θα συναντήσεις στη ζωή σου! Όχι, όχι αυτό, είχε περισσότερο θάρρος και εντιμότητα από τους περισσότερους ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ που θα συναντήσεις στη ζωή σου! Το καταλαβαίνεις αυτό;
  • Ρε μπας και τον γούσταρες; Μπας και είσαι και συ τοιούτος;

Φυσικά, η συζήτηση δεν είχε νόημα να συνεχιστεί γιατί πρώτον λάμβανε χώρα στο μυαλό μου και δεύτερον ο ασπρομάλλης εξηντάρης ήταν το – κατά κάποιο τρόπο – alter ego μου, ο δικηγόρος του διαβόλου, το αντίθετο από αυτό που θα έλεγα και θα έκανα εγώ, κάτι που θα μου πήγαινε κόντρα για να μου πάει κόντρα. Επίσης, ήμουν μέσα στο αυτοκίνητο και είχε και κίνηση. Και εκεί συνειδητοποίησα ότι έχω το θέμα για το επόμενο άρθρο!

Εγώ θέλω να μιλήσουμε, εσύ θέλεις;

Εδώ και πολύ καιρό, οι συζητήσεις μου έχουν περιοριστεί. Όχι γιατί δεν υπάρχουν θέματα, όχι γιατί δεν υπάρχουν άνθρωποι να συζητήσουν, όχι γιατί δεν μου αρέσει η ανταλλαγή πληροφοριών, αλλά γιατί πέφτω πάνω σε ένα βράχο. Τον βράχο της επιλεκτικής κώφωσης. Δεν το έχετε παρατηρήσει και σεις; Κουβέντα στην κουβέντα, συνειδητοποιείς κάποια στιγμή ότι ο συνομιλητής σου, δεν απαντάει σε ότι του ΛΕΣ, αλλά σε ότι ΝΟΜΙΖΕΙ ότι του λες. Θα πρέπει να επιμείνεις πολύ και – ίσως – να φωνάξεις πολύ για να ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ ο άλλος τι λες, ανεξάρτητα από το αν συμφωνήσει ή όχι.

Δεν είναι κάτι που είναι περιορισμένο στη χώρα μας, είναι λίγο-πολύ πανανθρώπινο χαρακτηριστικό. Όλοι μας, σε όποια ομάδα ή χώρα και να ανήκουμε, (νομίζουμε ότι) ξέρουμε καλύτερα από τον άλλον και ακούμε εξισώνοντας την ομιλία του συνομιλητή μας με θόρυβο αφού δεν δίνουμε προσοχή στο τι λέει γιατί … ε, ξέρουμε, δεν το είπαμε; Ξέρουμε τι θα μας πει, ξέρουμε τα επιχειρήματά του, ξέρουμε που το πάει, σχεδόν κάνουμε την κίνηση με το χέρι που σημαίνει «πολύ μιλάς, πήγαινε παρακάτω, φλυαρείς»… Όχι όλοι, όχι πάντα, αλλά τουλάχιστον μια φορά το έχουμε κάνει όλοι μας. Και αν γίνει μια φορά, άντε και να το αγνοήσουμε. Όταν γίνεται σε κάθε συζήτηση, τι φταίμε να πρέπει να εξηγήσουμε ξανά και ξανά μέχρι να δεήσει ο άλλος να ακούσει τι πραγματικά λέμε;

Και γιατί να συμβαίνει αυτό; Τι είναι αυτό που σπρώχνει έναν άνθρωπο να αγνοεί κάποιον άλλο μπροστά του, από τη στιγμή που έχουν μπει σε μια κατάσταση να ανταλλάσουν απόψεις; Τι μπορεί να κάνει τον άλλον, όχι να αγνοεί, να μη ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΕΙ αυτό που λέγεται; Όχι να μη δίνει σημασία αλλά να μην αντιλαμβάνεται;

Είναι πολυπαραγοντικό (και μια μικρή αλήθεια της ζωής εδώ. Σχεδόν τα πάντα είναι πολυπαραγοντικά. Όταν κάποιος σου πει ότι βρήκα το πρόβλημα και η αλήθεια είναι η Χ ή η Υ άποψη, είναι ώρα να φεύγεις σιγά-σιγά, ο θησαυρός είναι κάρβουνο και συνήθως κακής ποιότητας. Άντε να είναι η μία πλευρά του θέματος στην καλύτερη περίπτωση).

Ο πρώτος και πιο σημαντικός παράγοντας, είναι ο λειτουργικός αναλφαβητισμός. Ο άνθρωπος μπορεί να διαβάσει ένα κείμενο ή μία πρόταση, το πρόβλημα βρίσκεται στο ότι δεν μπορεί να κατανοήσει αυτό που διαβάζει/ακούει. Να καταλάβει π.χ. ότι όταν μιλάμε για το θρησκευτικό συναίσθημα, μιλάμε για ΟΛΕΣ τις θρησκείες και δεν επιτιθέμεθα στη προσωπική δικιά του. Όταν μιλάμε για ένα έγκλημα, δεν είμαστε αδιάφοροι απέναντι σε ένα άλλο και όταν μιλάμε για μήλα, δε σημαίνει ότι σιχαινόμαστε τα πορτοκάλια! Ο λειτουργικά αναλφάβητος μπορεί να διαβάσει αλλά όχι να κατανοήσει ένα κείμενο και αυτό τον κάνει ουσιαστικά αναλφάβητο!

Το δεύτερο εμπόδιο που πρέπει να παρακάμψουμε είναι η παραφουσκωμένη αίσθηση του εγώ. Ο ανόητος, ο παραπληροφορημένος και ο ξερόλας, δεν γνωρίζει ότι είναι ανόητος, παραπληροφορημένος ή ξερόλας! Θεωρεί ότι δεν μπορεί να κάνει λάθος – ένας άνθρωπος άλλωστε του δικού του βεληνεκούς, πως μπορεί να λαθέψει – οπότε ότι και να πεις, του είναι αδιάφορο, ακόμη και αν κάνει ότι σε ακούει. Ιδίως οι άνθρωποι με μεγάλο IQ, μπορεί να πέσουν σε αυτή την παγίδα. Είναι η παγίδα στην οποία έπεσε ο Εωσφόρος. Ο άγγελος που ερωτεύτηκε την εξυπνάδα του και είναι από τα χειρότερα αμαρτήματα που μπορεί να κάνει κάποιος. Έπαρση. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουμε τον άγγελο που έπεσε σε αυτό το αμάρτημα σαν αρχηγό του κακού…

Λόγω έπαρσης, οι περισσότεροι θέλουν να πουν τη γνώμη τους και μπορούν να το πάνε μέχρι εκεί. Μόνο αυτό τους νοιάζει. Έπαρση, υπερεκτιμημένες ικανότητες και (μάλλον) ελλιπής ενημέρωση, τους δίνουν την αίσθηση ότι έχουν κατανοήσει ένα πρόβλημα σε βάθος και θέλουν να μεταδώσουν τα φώτα τους. Το αν τα φώτα τους τρεμοπαίζουν σαν ηλεκτρικό δίκτυο λίγο πριν την κατάρρευση, λίγο τους νοιάζει. Ξέρουν (έτσι νομίζουν δηλαδή) και θα χρησιμοποιήσουν κάθε διαθέσιμη ευκαιρία για να μάθεις και συ ότι ξέρουν.

Άλλωστε, κάθε πράγμα που βάλλει την εικόνα που έχει χτίσει ο συνομιλητής για τον κόσμο τριγύρω και τον τρόπο που αυτός τον ερμηνεύει, συνήθως εξοστρακίζεται. Όχι γιατί δεν μπορεί να καταλάβει, αλλά επειδή φοβάται να καταλάβει, γιατί αυτή η κατανόηση διαστρεβλώνει την εικόνα που έχει χτίσει για τον κόσμο και για τον εαυτό του και αυτό το λαμβάνει ως απειλή στην κοσμοθεωρία του και κατά συνέπεια απειλή για τον ίδιο. Για τον ίδιο λόγο, η παραδοχή λάθους θεωρείται ως αδυναμία.

Επίσης, εδώ είναι καλό να αναφέρουμε και μια άλλη μικρή αλήθεια της ζωής με πολλές προεκτάσεις. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένας μικρός τεμπέλης. Δεν θέλει να κουράζεται, δεν θέλει να προσπαθεί, και θα κάνει ένα σωρό ακροβατικά για να μείνει στα ίδια, παλιά μονοπάτια γιατί το να ξεβολευτεί σημαίνει προσπάθεια. Και προσπάθεια σημαίνει κατανάλωση ενέργειας που δεν θέλει με κανένα τρόπο να σπαταλήσει. Έτσι είναι χτισμένος, έτσι έχει φτιαχτεί να λειτουργεί. Και ενώ υπήρχαν λόγοι που εξελιχτήκαμε να λειτουργούμε έτσι, υπάρχουν περιπτώσεις που η στρατηγική αυτή λειτουργεί αρνητικά.  Όπως αυτή.

Τα στερεότυπα είναι το δεκανίκι που φτιάχνει ο εγκέφαλός μας. Μόλις κάποιος ακούσει τον όρο «ομοφυλοφιλία», πάει. Τέλειωσε. Δεν υπάρχουν άλλες παράμετροι όπως θάρρος, εποχή, πλαίσιο. Μόλις πέσει η ετικέτα, κλείνει και ο διάλογος.

Και τέλος(;), υπάρχει η ψευδαίσθηση της κατανόησης. Αν μιλήσει ένας ξένος, τουρίστας ή επισκέπτης ή απλά κάποιος που είναι εκτός της καθημερινότητάς του, η εμπειρία είναι έξω από το συνηθισμένο πλαίσιο. Ακόμη και αν πάρεις υπόψη μόνο το εμπόδιο της γλώσσας. Οπότε εκεί (αν θέλει να βγάλει μια άκρη), ο συνομιλητής αναγκάζεται να δώσει προσοχή γιατί ξέρει ότι ο άλλος απέναντί του είναι πέρα της εμπειρίας του, δεν έχουν κοινό πλαίσιο αναφοράς. Ο Έλληνας όμως είναι άλλο, εδώ υπάρχουν κοινές εμπειρίες, κοινά σημεία αναφοράς. Και είναι πιο εύκολο ότι ειπωθεί να περάσει κάτω από το ραντάρ, να «διεκπεραιωθεί» βιαστικά σαν κάτι γνωστό. Γιατί να κουραστείς να το σκεφτείς; (αφού είπαμε ότι ο εγκέφαλος είναι τεμπέλης, δεν είναι;)

Οπότε, τι μπορούμε να κάνουμε για να έχουμε έναν εποικοδομητικό διάλογο; Στο κάτω-κάτω της γραφής, ο συνομιλητής μας (με όλα τα αρνητικά που είπαμε πιο πάνω) μπορεί να μην είναι κακοπροαίρετος αλλά να μην μας έχει καταλάβει καλά. Και αν εμείς δεν το έχουμε εξηγήσει καλά; Αυτό το σκεφτήκαμε;

Στην περίπτωση που ο συνομιλητής μας δεν είναι όντως κακοπροαίρετος, μπορούμε να ακολουθήσουμε λίγους απλούς κανόνες.

Μίλα αργά. Μίλα με σταθερό ρυθμό, αργά, σαν να μιλάς σε παιδί. Όχι γιατί ο άλλος είναι χαζός, ούτε επειδή θέλεις να τον κοροϊδέψεις. Αυτό κάνει καλό σε αυτόν γιατί του δίνει χρόνο να σκεφτεί αυτό που του λες, αλλά είναι καλό και για σένα γιατί σου δίνει χρόνο να οργανώσεις τις σκέψεις σου και να μην χαθείς στο χάος που είναι η γρήγορη μετατροπή των σκέψεων σε λόγο χωρίς φίλτρο. Πιστέψτε με, ένας αργός ρυθμός κάνει θαύματα!

Απέφυγε τις εξάψεις. Ναι, το ξέρω, όλοι παθιαζόμαστε μερικές φορές, απέφυγε το όμως. Όταν έρθει η παρόρμηση να πατήσεις το γκάζι, σφίξε τα δόντια και μείνε σε ένα σταθερό, ήσυχο ρυθμό. Μετά από λίγη ώρα, αυτός ο ρυθμός θα είναι ο ρυθμός της συζήτησης και θα δίνει χρόνο και στους δύο να σκεφτούν πριν απαντήσουν.

Και τέλος, μείνε στο θέμα! Αν υπάρξουν προσπάθειες εκτροχιασμού (ιδίως σ’αυτή τη περίπτωση!), μείνε στο θέμα! Αν το κάνει επίτηδες θα φανεί, οπότε… μείνε στο θέμα! Δεν γίνεται πιο απλό.

Εγώ θα μιλήσω, εσύ θα ακούσεις; Και το πιο σημαντικό: μήπως είμαι εγώ το πρόβλημα; Εσύ θα μιλήσεις, ΕΓΩ  θα ακούσω;

Το σπαθί κόβει και από τις δύο μεριές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *