Preloader
Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Pagan Voice

🕒 |
Τι αναζητάτε;
×

Newsletter Pagan Voice

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα άρθρα, συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, σεμινάρια και επιλεγμένο περιεχόμενο.

Ο Σεπτέμβριος έχει αμέτρητες εκφράσεις που δηλώνουν «επιστροφή» — δεν χρειάζεται να τις απαριθμήσουμε, είναι ευρέως γνωστές. Σηματοδοτεί ακόμη μια αλλαγή, μια μετάβαση. Δεν είναι τυχαίο πως η 1η Σεπτεμβρίου θεωρείται από τη χριστιανική εκκλησία αρχή του έτους, η λεγόμενη Ίνδικτος, και σε πολλές περιοχές διατηρήθηκε ως ένα είδος πρωτοχρονιάς ή «κλειδοχρονιάς».

Η ημέρα συνοδευόταν από ευχές για «καλό χρόνο», ευλογίες των σπόρων που προορίζονταν για τη σπορά και σύμβολα αφθονίας που κρεμιούνταν στο σπίτι. Μια λαϊκή δοξασία μάλιστα αναφέρει ότι εκείνη τη μέρα «ο Άγγελος απογράφει τις ψυχές που θα πεθάνουν μέσα στον χρόνο» — γι’ αυτό λέγεται και «ημέρα του χρονογράφου».

Προσωπικά, κάθε Σεπτέμβριο νιώθω ότι κάτι μέσα μου σβήνει. Όχι όμως οριστικά και αμετάκλητα· νιώθω σαν να με οργώνουν, σαν χώμα που ανοίγει, και μετά περιμένω — κοιμισμένη, αδρανής, μέχρι να μπει μέσα μου ξανά ο σπόρος και να επιστρέψω. Η αρχή, επομένως, δεν βρίσκεται απαραίτητα εκεί όπου αναμένουμε. Γιατί ο Σεπτέμβριος δεν είναι μόνο ο μήνας που κάτι τελειώνει. Είναι ο μήνας στον οποίο αυτό που τελείωσε αρχίζει ήδη να επιστρέφει αθόρυβα.

Και αν υπάρχει ένας καρπός που γνωρίζει καλύτερα από κάθε άλλον αυτόν τον κύκλο, είναι το σιτάρι.

Το κόβουμε, το αλωνίζουμε, το αλέθουμε. Ένα μέρος γίνεται ψωμί. Το άλλο, κάπου μέσα στη γη, το ξαναθάβουμε.

Ο Μήνας που Φανερώνει

Ο Σεπτέμβριος κουβαλάει πλήθος έθιμα που συμβολίζουν τη μετάβαση: νέες αρχές, ολοκλήρωση του κύκλου της συγκομιδής, αυτό που κλείνει την ίδια στιγμή και που ανοίγει κάτι άλλο.

Κάθε πολιτισμός έχει τέτοιους μήνες-τομές — στιγμές όπου το ημερολόγιο σταματά να είναι απλώς μέτρημα και γίνεται κάτι σαν ρωγμή, σαν σημείο όπου κάτι ανοίγει στα δύο. Αρκεί να προσέξεις πόσο διαφορετικά μυρίζει ο αέρας τον Σεπτέμβρη, πόσο νωρίτερα πέφτει το φως, πόσο απότομα αλλάζει η διάθεση ενός ολόκληρου σπιτιού όταν ανοίγει το σχολείο. Τα έθιμα που σωματοποιούν αυτή την αίσθηση.

Η Κλειδοχρονιά

Η λέξη κλειδοχρονιά είναι σχεδόν άγνωστη σήμερα, αλλά κάποτε σήμαινε πολλά: την τελευταία μέρα του Αυγούστου, ή σε κάποιες περιοχές την πρώτη του Σεπτεμβρίου, τη μέρα που «έκλεινε» το έτος. Η λέξη προέρχεται από το «κλειδί» και το «-χρονιά», όπως αρχιχρονιά και πρωτοχρονιά.

Η ίδια η Ίνδικτος — ο δεκαπενταετής κύκλος μέσα στον οποίο μετριέται η θέση κάθε έτους — έχει ρίζες παλαιότερες, ως φορολογικός και διοικητικός θεσμός της ρωμαϊκής διοίκησης. Ο Μέγας Κωνσταντίνος καθιέρωσε την επίσημη χρήση της ως τρόπο χρονολόγησης το 313 μ.Χ. Η ίδια η εκκλησιαστική πρωτοχρονιά, όμως, μετατέθηκε στην 1η Σεπτεμβρίου αργότερα, το 462 μ.Χ., ώστε η αρχή του έτους να συμπίπτει με την αρχή του μήνα. Ο χρόνος γυρίζει στην αρχή του, ξανά και ξανά, σαν σπόρος που θάβεται και ξαναφυτρώνει.

σιτάρι πνευμα θερισμός Το Πνεύμα του ΣιταριούΣτα Δωδεκάνησα, το έθιμο κρατήθηκε ζωντανό ως τη δεκαετία του 1950. Στην Κω έφτιαχναν την «αρκιχρονιά» — μια αρμαθιά από ρόδι, σταφύλι, κυδώνι, σκόρδο και φύλλο από τον αιώνιο πλάτανο του Ιπποκράτη. Πριν βγει ο ήλιος, αγόρια και κορίτσια κατέβαιναν στην παραλία, πετούσαν την παλιά αρμαθιά στη θάλασσα και βουτούσαν την καινούργια. Μάζευαν νερό από σαράντα ή σαράντα ένα κύματα, ισάριθμα πετραδάκια, αγκάλιαζαν τον πλάτανο του Ιπποκράτη «για να πάρουν τα χρόνια του», κι έχυναν το νερό στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού για να ξορκίσουν τη γλωσσοφαγιά.

Στην Κάρπαθο, ράντιζαν το σπίτι, έβαζαν βασιλικούς και κατιφέδες στους στύλους, κρεμούσαν αρμαθιές ρόδια, που έμεναν κρεμασμένες εκεί όλο τον χρόνο. Ένα ρόδι το έσπαγαν στο πάτωμα, κι όσοι σπόροι σκορπίζονταν έμεναν εκεί, μέσα στο σπίτι — όσο περισσότεροι, τόσο πιο γεμάτη θα ήταν η χρονιά. Ιερείς γύριζαν τα σπίτια με ευχές «καλό χρόνο» και μελωμένα κουλούρια. Και υπήρχε ένα ακόμη έθιμο, ίσως το πιο τρυφερό απ’ όλα: η μητέρα ενός παιδιού που είχε βαφτιστεί πρόσφατα πήγαινε στον νονό ή τη νονά ένα πανέρι γεμάτο ρόδια, καρύδια, κυδώνια, σύκα, μήλα. Ο νονός το επέστρεφε γεμάτο ρούχα, μεταξωτά μαντίλια και διάφορα δώρα. Η προσφορά των καρπών, επέφερε αγαθά.

Στη Ρόδο, η ίδια γιορτή άγγιζε πιο άμεσα το σιτάρι. Στη «μεσιά» — το κεντρικό δοκάρι της στέγης — κρεμούσαν ένα άσπρο σακουλάκι γεμάτο σιτάρι, ανάμεσα σε αρμαθιές από καρύδια, κρεμμύδι, σκόρδο, σταφύλι. Χωρίς αυτό, δεν ξεκινούσαν καμία δουλειά τον χρόνο. Στην Κάρπαθο πάλι, οι σπόροι που προορίζονταν για τη νέα σπορά πήγαιναν στην εκκλησία για να ευλογηθούν πριν μπουν στο χώμα — πρακτική που θυμίζει, χωρίς να αποδεικνύει άμεση συνέχεια, τον παλιότερο συμβολισμό της Δήμητρας και των αρχαίων Θεσμοφορίων προς τιμήν της. Το σιτάρι, εκεί, δεν ήταν απλώς τροφή σε αναμονή. Ήταν εγγύηση — απόδειξη ότι η προηγούμενη σοδειά κρατούσε ακόμα κάτι μέσα της, αρκετό για να ανοίξει η νέα χρονιά με το σωστό πόδι.

Ο Διάβολος στα Βατόμουρα

Στη Βρετανία και την Ιρλανδία, το τέλος του Σεπτεμβρίου έχει τον δικό του σκοτεινό θρύλο. Στις 29 του μήνα γιορτάζεται το Michaelmas, η γιορτή του Αρχαγγέλου Μιχαήλ — ένα από τα τέσσερα «quarter days» της βρετανικής παράδοσης, οι μέρες που έκλειναν οι λογαριασμοί της χρονιάς, πληρώνονταν τα ενοίκια της γης, κι οι παλιές συμφωνίες έδιναν τη θέση τους σε καινούργιες, όλα την ίδια ακριβώς μέρα. Ο θερισμός έπρεπε να έχει τελειώσει ως τότε.

Ο θρύλος λέει πως όταν ο Εωσφόρος εκδιώχθηκε από τον Παράδεισο, έπεσε πάνω σε μια βατομουριά. Από τότε, κάθε χρόνο στις 29 Σεπτεμβρίου, «πατάει» τα βατόμουρα και τα καταστρέφει, όπως λέει μια ιρλανδική παροιμία. Δεν πρέπει να τα μαζεύεις μετά από εκείνη τη μέρα. Είναι μια πτώση που επιστρέφει κάθε χρόνο, την ίδια ημερομηνία, σαν καταραμένο ραντεβού.

Στην παλιά, «αληθινή» ημερομηνία πριν την αλλαγή του ημερολογίου το 1752, η γιορτή έπεφτε στις 10 Οκτωβρίου — και σε κάποιες αγροτικές περιοχές, το έθιμο των βατόμουρων κρατήθηκε πιστό σε εκείνη την παλιά ημερομηνία, όχι στη νέα. Ακόμα κι όταν το ημερολόγιο άλλαξε, η παράδοση αρνήθηκε να το ακολουθήσει.

Τα Κέρατα που Πρέπει να Γυρίσουν

Στο Staffordshire της Αγγλίας, τη Δευτέρα μετά την πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, το χωριό Abbots Bromley ξαναζεί τον Κερασφόρο Χορό (Horned Dance) — έναν από τους (τεκμηριωμένα) παλαιότερους λαϊκούς χορούς της χώρας. Έξι κέρατα ελαφιού φυλάσσονται όλο τον χρόνο μέσα στο παρεκκλήσι της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Μία φορά τον χρόνο βγαίνουν στις οκτώ το πρωί, περιφέρονται όλη μέρα στην ενορία, και γυρίζουν στην εκκλησία στις οκτώ το βράδυ, την ίδια μέρα. Υπάρχει άγραφος κανόνας: τα κέρατα δεν πρέπει ποτέ να φύγουν από την ενορία.

Η ραδιοχρονολόγηση έχει τοποθετήσει ένα τουλάχιστον από τα κέρατα στον 11ο αιώνα — παλιότερα κι από την ίδια την εκκλησία που τα φυλάει σήμερα, αν και κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς μπήκαν στον χορό: η πρώτη γραπτή μαρτυρία για τον ίδιο τον χορό είναι πολύ μεταγενέστερη, από το 1686. Κανείς δεν ξέρει πια με σιγουριά γιατί ξεκίνησε. Ξέρουν μόνο πως δεν πρέπει να σταματήσει.

Το Ταξίδι των Σπόρων

Ακολουθούν ορισμένα έθιμα που δείχνουν πώς η σοδειά και η εξασφάλιση τροφής επηρέαζαν (κι επηρεάζουν ακόμα, έστω εθιμοτυπικά) τους ανθρώπους, διαμορφώνοντας διάφορα «τελετουργικά» που πραγματοποιούνται ακόμα και σήμερα.

Ο Θερισμός

Το χωράφι, πριν κοπεί, δεν ήταν απλώς φυτά. Ήταν κάτι ζωντανό που κάποιος έπρεπε να σκοτώσει για να ζήσει ο ίδιος — μια αντίφαση που κάθε γεωργική κοινωνία έμαθε να τη ζει, όχι να τη λύνει.

Ο θερισμός δεν ήταν ποτέ δουλειά ενός ανθρώπου. Χωριά ολόκληρα δούλευαν μαζί, χωράφι το χωράφι, με τραγούδια που όριζαν τον ρυθμό του δρεπανιού. Η κούραση μοιραζόταν. Το ίδιο και ο φόβος.

Το θέρος και το αλώνισμα γίνονται στην πραγματικότητα τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο — γι’ αυτό ο Ιούλιος λεγόταν παλιά Αλωνάρης. Δεν είναι σκηνή του Σεπτέμβρη. Είναι μια μνήμη που ο Σεπτέμβρης κουβαλάει μαζί του.

Καλοκαίρι ακόμα, όταν το χωράφι ήταν έτοιμο, οι θεριστές δεν το πλησίαζαν σαν να έπαιρναν κάτι δικό τους. Το θέρος ήταν πράξη βίας — το ήξεραν πάντα, κι ας μην το έλεγαν έτσι. Γι’ αυτό, πριν καν αγγίξει το δρεπάνι το πρώτο στάχυ, σκόρπιζαν αλάτι και σκόρδο γύρω από το αλώνι, σαν να χάραζαν ένα σύνορο ανάμεσα σε αυτούς και σε ό,τι θα μπορούσε να θυμώσει.

Το πρώτο μερίδιο της σοδειάς δεν το κρατούσαν ποτέ για τον εαυτό τους. Το επέστρεφαν, το έδιναν σε φτωχούς — όχι από γενναιοδωρία, αλλά από φόβο καλά κρυμμένο σαν έθιμο: αν δεν έδιναν πρώτα, πώς θα τολμούσαν να περιμένουν ξανά σοδειά τον επόμενο χρόνο; Η επιστροφή, το ήξεραν νωρίς, δεν είναι χάρη. Είναι όρος.

οργωμα λαογραφια εθιμα Το Πνεύμα του Σιταριού

Το Όργωμα

Ενώ ο θερισμός και το αλώνισμα έχουν ήδη τελειώσει από το καλοκαίρι, το όργωμα αρχίζει τώρα. Παραδοσιακά ξεκινά στα τέλη Σεπτεμβρίου ή στις αρχές Οκτωβρίου, μόλις πέσουν οι πρώτες φθινοπωρινές βροχές και μαλακώσει το χώμα — όχι σε σταθερή ημερομηνία, αλλά με τη βροχή. Η ίδια η σπορά, ο σπόρος μέσα στο χώμα, ακολουθεί αργότερα, τον Οκτώβριο ή τον Νοέμβριο.

Ο Σεπτέμβρης, δηλαδή, δεν είναι η στιγμή που ο σπόρος κατατίθεται. Είναι η στιγμή που η γη ανοίγει για να τον δεχτεί. Δύο κινήσεις, όχι μία: πρώτα το άνοιγμα, μετά η κατάθεση. Ο αγρότης που οργώνει δεν σπέρνει ακόμα· απλώς ετοιμάζει την πληγή που θα δεχτεί τον σπόρο.

Υπάρχει κάτι παράξενα τρυφερό σε αυτή την καθυστέρηση. Η γη δεν βιάζεται να δεχτεί τον σπόρο — πρώτα πρέπει να μαλακώσει, να ανοίξει, να είναι έτοιμη. Ο αγρότης που περιμένει τη βροχή δεν είναι παθητικός. Γνωρίζει απλώς πως ορισμένα πράγματα δεν επιταχύνονται με το ζόρι.

Υπάρχει και μια παλιά παροιμία που δένει ευθέως το σιτάρι με τον τρύγο του Σεπτέμβρη: «Στον τρυγητή σιτάρι σπείρε και στο πανηγύρι σύρε». Η λαϊκή μνήμη έδενε τον τρύγο και τη σπορά σαν δύο κινήσεις του ίδιου φθινοπώρου, ακόμη κι αν το χώμα χρειαζόταν μήνες ακόμα για να είναι πραγματικά έτοιμο.

Ο Βασιλικός, το Προζύμι, το Πρόσφορο

Στις 14 Σεπτεμβρίου, γύρω από μια γιορτή που η Εκκλησία ονόμασε Ύψωση του Σταυρού, επιβίωσε ένα πολύ παλιότερο έθιμο γύρω από το ψωμί — τόσο παλιό που η επίσημη ονομασία μοιάζει σαν φόρεμα πάνω σε κάτι πιο αρχέγονο. Στο Άγιον Όρος και σε πολλά ελληνικά σπίτια, έπαιρναν ένα κλωνάρι βασιλικό εκείνη τη μέρα και το βύθιζαν με σεβασμό σε χλιαρό νερό. Πρόσθεταν αλεύρι, το άφηναν είκοσι τέσσερις ώρες, και μετά το «τάιζαν» τρεις με τέσσερις μέρες ακόμα με νερό κι αλεύρι — μια μικρή, καθημερινή τελετουργία ανάνηψης. Το προζύμι που έβγαινε ζύμωνε το πρόσφορο, το τελετουργικό ψωμί της χρονιάς. Παλιά, οι νοικοκυρές έφτιαχναν έτσι «το προζύμι για ούλο τον χρόνο» — μια ζύμη που δεν πέθαινε ποτέ οριστικά, μόνο κοιμόταν, περιμένοντας να την ξυπνήσουν ξανά.

Ο βασιλικός δεν είναι τυχαίο φυτό για αυτή τη δουλειά. Πολύ πριν μπει σε καμιά επίσημη αφήγηση, ήταν ήδη φυτό-φυλαχτό στα ελληνικά νοικοκυριά — μοσχομύριζε, καθάριζε, κρατούσε μακριά το κακό μάτι. Δεν είναι περίεργο που έγινε το φυτό που «ξυπνάει» το προζύμι. Κάτι ζωντανό, δυνατό, γεμάτο μυρωδιά, μπαίνει μέσα σε κάτι κοιμισμένο για να το ξαναφέρει στη ζωή — ίδια ακριβώς λογική με τον σπόρο που θάβεται, περιμένοντας το χωράφι να ξαναφυτρώσει.

Λένε πως το προζύμι κουβαλάει μέσα του κάτι σαν μικρή ανάσταση κάθε φορά που ζυμώνεται ψωμί. Αν το φροντίσεις, δεν πεθαίνει ποτέ πραγματικά. Ζυμώνεις ένα κομμάτι, κρατάς ένα άλλο πίσω. Το χωράφι το ξέρει ήδη αυτό εδώ κι αιώνες.

Η Χήνα του Michaelmas

Κατά τη βρετανική γιορτή του Michaelmas στα τέλη Σεπτεμβρίου, το έθιμο επέβαλε το σερβίρισμα μιας ιδιαίτερης χήνας. Το ζώο αυτό είχε τραφεί αποκλειστικά με τα στάχυα και τους σπόρους που απέμεναν στα χωράφια μετά τον θερισμό. Με αυτόν τον τρόπο, η τροφή που φαινομενικά είχε περισσέψει, άλλαζε μορφή και επέστρεφε στο γιορτινό τραπέζι. Είναι μια υπενθύμιση ότι τίποτα στη φύση δεν χάνεται· όλα ανακυκλώνονται, περιμένουν την ώρα τους και ξαναγεννιούνται.

Το Τελευταίο Στάχυ: η Cailleach

Στα Υψίπεδα της Σκωτίας και τις Εβρίδες Νήσους, ως και τις αρχές του 20ού αιώνα, το τελευταίο δεμάτι που κοβόταν στο χωράφι στις αρχές του φθινοπώρου είχε ένα βαρύ όνομα: Cailleach, «η Γηραιά». Όποιος καθυστερούσε να τελειώσει τον θερισμό, φορτωνόταν την υποχρέωση να τη φιλοξενήσει για όλο τον χειμώνα — μια ευθύνη που θεωρούνταν πραγματική ντροπή. Γι’ αυτό, οι θεριστές έριχναν βιαστικά τα δρεπάνια τους πάνω στα τελευταία στάχυα, πασχίζοντας να «σπρώξουν» το βάρος της στον πιο αργοπορημένο γείτονα.

Στην ευρύτερη κελτική παράδοση, αυτό το τελευταίο δεμάτι πλεκόταν με τα χέρια σε ανθρώπινη μορφή —μια παραδοσιακή corn dolly— ή στολιζόταν απλώς με έναν φιόγκο. Εκεί πίστευαν ότι κλειδωνόταν το πνεύμα του σιταριού. Το κρεμούσαν πάνω από το τζάκι ή στην πόρτα, ως μια καθημερινή υπενθύμιση καθ’ όλη τη διάρκεια του χειμώνα, και η καταστροφή του πριν από την άνοιξη αποτελούσε κακό οιωνό. Μόλις άλλαζε ο καιρός, η κούκλα προσφερόταν στα πρώτα νέα σπαρτά ή στα ζώα, μεταφέροντας τη ζωντανή της δύναμη στον επόμενο κύκλο της γης.

Ο James Frazer αποτύπωσε το έθιμο στο έργο του The Golden Bough ως παράδειγμα του «δαίμονα των σιτηρών» που παγιδεύεται στο τέλος της σοδειάς. Αν και η σύγχρονη έρευνα αντιμετωπίζει με επιφύλαξη τις γενικεύσεις του Frazer, η ίδια η Cailleach παραμένει ακέραιη στις τοπικές πηγές. Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να πιστεύει κανείς σε αρχαίους δαίμονες για να νιώσει την αλήθεια αυτού του σχήματος: όταν όλα γύρω φεύγουν, κάτι μένει πάντα πίσω, και αυτό το κάτι πρέπει να βρεις το κουράγιο να το φιλοξενήσεις.

Δεν επρόκειτο για παιχνίδι. Η ντροπή του αργοπορημένου θεριστή ήταν αληθινή και το βάρος συμβολικά αισθητό. Όποιος αναλάμβανε την Cailleach, δεχόταν ουσιαστικά να σηκώσει το γήρας, τη στασιμότητα και το ίδιο το τέλος της χρονιάς στις πλάτες του, μέχρι να έρθει η άνοιξη να τον ξαλαφρώσει.

Η Μητέρα του Σιταριού

Σε πολλές ευρωπαϊκές παραδόσεις, το σιτάρι είχε τη δική του θεϊκή μορφή: Corn Mother, Grain Mother, Harvest Mother, Corn Maiden, Old Wife. Άλλοτε νεαρή κόρη, άλλοτε γηραιά — ανάλογα με το πότε στον κύκλο τη συναντάς. Η ίδια η μορφή αλλάζει ηλικία μαζί με το χωράφι.

Στην ελληνική μυθολογία, η ίδια ιδέα παίρνει το πρόσωπο της Δήμητρας και της Περσεφόνης — η Μητέρα, και η Κόρη που κατεβαίνει, χάνεται, και ξαναβγαίνει. Ο κύκλος τους είναι δεμένος με τα Ελευσίνια Μυστήρια, εκεί όπου θα φτάσουμε σε λίγο. Δεν πρόκειται για δύο ξεχωριστές αφηγήσεις που απλώς μοιάζουν. Είναι το ίδιο σχήμα, ντυμένο κάθε φορά με τη γλώσσα του τόπου που το αφηγείται.

Η ιστορία είναι γνωστή, αλλά αξίζει να θυμηθούμε πόσο σκληρή είναι στην ουσία της: ο Άδης αρπάζει την Κόρη ενώ εκείνη μαζεύει λουλούδια, και τη σέρνει στον Κάτω Κόσμο. Η Δήμητρα, θεά της σοδειάς, την αναζητά σε όλη τη γη, κι όσο ψάχνει, τίποτα δεν φυτρώνει — ο κόσμος μπαίνει στον πρώτο του χειμώνα. Πριν την αφήσει να φύγει, ο Άδης της δίνει ένα μαγικό ρόδι· όποιος γευτεί καρπό του Κάτω Κόσμου, δεν μπορεί πια να μείνει μόνιμα πάνω στη γη. Γι’ αυτό η Περσεφόνη μεταφέρεται κάθε χρόνο ανάμεσα στους δύο κόσμους — στην αρχαιότερη εκδοχή του μύθου, τον Ομηρικό Ύμνο στη Δήμητρα, το ένα τρίτο της χρονιάς κάτω και τα άλλα δύο πάνω — και μόνο όσο βρίσκεται πάνω, ξαναρχίζει η βλάστηση.

Δύο καρποί, δύο γυναίκες, μία ιστορία. Το σιτάρι στα χέρια της Δήμητρας είναι η ζωή πάνω από το χώμα — αυτό που φυτρώνει, θερίζεται, τρέφει. Το ρόδι στα χείλη της Περσεφόνης είναι το αντίθετό του: ο καρπός που δένει κάποιον με τον Κάτω Κόσμο για πάντα. Η μάνα κρατά τη σοδειά. Η κόρη κρατά τον θάνατο. Κι όμως η μία χωρίς την άλλη δεν φτάνει για αναγέννηση — μόνο μαζί κλείνει ο κύκλος. Η σοδειά, δηλαδή, δεν είναι δεδομένη. Είναι αποτέλεσμα μιας συμφωνίας ανάμεσα σε μια μάνα που δεν τα παρατάει και έναν κόσμο που πρέπει να μοιραστεί την κόρη της.

Το ρόδι αυτό δεν μας είναι άγνωστο — το είδαμε ήδη κρεμασμένο στις αρμαθιές των Δωδεκανήσων, σπασμένο στο πάτωμα για να σκορπίσουν οι σπόροι μέσα στο σπίτι. Και σήμερα ακόμα, στα κόλλυβα που ετοιμάζουμε για τους νεκρούς, βράζουμε σιτάρι και προσθέτουμε σπόρους ροδιού, μαζί με ξηρούς καρπούς. Το σιτάρι εκεί συμβολίζει, λένε, τον θάνατο, την ταφή και την ανάσταση του σώματος· το ρόδι, τη λαμπρότητα του παραδείσου, αλλά και τη Σκιά του Κάτω Κόσμου. Το ίδιο δίδυμο — σιτάρι και ρόδι, Δήμητρα και Περσεφόνη — επαναλαμβάνεται και αλλάζει μορφή, θυμίζοντάς μας ότι ο κύκλος της σοδειάς δεν είναι παρά ο ίδιος ο κύκλος της ζωής και του θανάτου.

περσεφονη σεπτεμβρης μυθοι

Το Στάχυ της Ελευσίνας

Κάθε φθινόπωρο, στην αρχαία Ελευσίνα, χιλιάδες μύστες περπατούσαν τον Ιερό Δρόμο από την Αθήνα, νήστευαν, έπιναν τον κυκεώνα, και περνούσαν τη νύχτα σε απόλυτο σκοτάδι μέσα στο Τελεστήριο, περιμένοντας μια αποκάλυψη που όρκος απαγόρευε αυστηρά να περιγράψουν σε οποιονδήποτε αμύητο. Το μυστικό κρατήθηκε τόσο καλά, για τόσους αιώνες, που ό,τι ξέρουμε σήμερα προέρχεται σχεδόν αποκλειστικά από έμμεσες αναφορές — όπως αυτή του Ιππόλυτου.

Ο Ιππόλυτος, χριστιανός συγγραφέας του 3ου αιώνα — άρα με κάποια επιφύλαξη ως προς την αμεροληψία του — γράφει πως στο αποκορύφωμα των Ελευσίνιων Μυστηρίων, η ανώτατη αποκάλυψη στους μύστες ήταν ένα κομμένο στάχυ σιταριού, θερισμένο σε σιγή. Το περιγράφει ως ανώτερο ακόμη κι από τη σαρκική γέννηση.

«Ένα στάχυ σιταριού, θερισμένο σε σιγή — η τέλεια, απέραντη φώτιση.»

Είναι μαρτυρία εχθρική, γραμμένη από κάποιον που ήθελε να αποδείξει την ασημαντότητα των Παλαιών Μυστηρίων απέναντι στη νέα πίστη — κι ίσως αυτό την κάνει πιο αξιόπιστη, όχι λιγότερο. Κανείς δεν υπερβάλλει το μεγαλείο ενός αντιπάλου χωρίς λόγο.

Αν η μαρτυρία του Ιππόλυτου αποδίδει σωστά αυτό που συνέβαινε, τότε η ανώτατη αποκάλυψη που μπορούμε να ανασυστήσουμε από τις πηγές δεν ήταν όραμα θεού σε ανθρώπινη μορφή. Ήταν ένα στάχυ, σε απόλυτη σιωπή. Όχι λόγια, όχι εικόνα, όχι διήγηση — μόνο ο ίδιος ο καρπός, όπως είναι.

Σύγχρονη Ερμηνεία

Ο Carl Gustav Jung πίστευε πως ορισμένες εικόνες επανέρχονται αυθόρμητα σε όλους τους πολιτισμούς επειδή εκφράζουν δομές του συλλογικού ασυνειδήτου — αρχέτυπα. Δεν πρόκειται για κληρονομημένες ιδέες, αλλά για έμφυτες δυνατότητες της ανθρώπινης ψυχής να οργανώνει την εμπειρία μέσα από συμβολικές μορφές. Ο κύκλος του σιταριού είναι μία από αυτές τις εικόνες, ίσως η πιο γήινη απ’ όλες, γιατί δεν χρειάζεται καν αφήγηση για να γίνει κατανοητή. Αρκεί να παρατηρήσεις ένα χωράφι από τον θερισμό ως τη νέα σπορά.

ψυχολογια συμβολα θερισμος Το Πνεύμα του ΣιταριούΤα αρχέτυπα δεν εμφανίζονται μόνο σε μύθους και έθιμα. Επανέρχονται σε όνειρα ανθρώπων που δεν έχουν διαβάσει ποτέ για τη Δήμητρα ή την Περσεφόνη, σε εικόνες ταφής και αναγέννησης που η ίδια η ψυχή φαίνεται να εφευρίσκει από την αρχή, ξανά και ξανά, σε κάθε γενιά. Αυτό ακριβώς έκανε τον Jung να υποψιαστεί ότι κάτι κοινό συνδέει όλες αυτές τις ιστορίες — όχι δανεισμός ιδεών ανάμεσα σε πολιτισμούς, αλλά μια κοινή δομή, χαραγμένη βαθύτερα από την ιστορία.

Νέκυια: η Κάθοδος του Σπόρου

Ο όρος «νέκυια» δεν είναι επινόηση του Jung — τον δανείζεται από τον τίτλο της ενδέκατης ραψωδίας της Οδύσσειας, εκεί όπου ο Οδυσσέας φτάνει στα σύνορα του Κάτω Κόσμου, σκάβει έναν μικρό λάκκο και χύνει μέσα σπονδές —μέλι με γάλα, γλυκό κρασί, νερό με κριθάλευρο σκορπισμένο από πάνω— για να καλέσει τους νεκρούς να ανέβουν και να μιλήσουν. Δεν πάει εκεί για να πολεμήσει ή να σώσει κανέναν· πάει για να ακούσει: τον μάντη Τειρεσία, και τη μητέρα του, την Αντίκλεια, που είχε πεθάνει όσο εκείνος ταξίδευε — προσπαθεί τρεις φορές να την αγκαλιάσει, και τρεις φορές εκείνη γλιστράει μέσα από τα χέρια του σαν σκιά, σαν όνειρο, γιατί οι νεκροί κρατούν το σχήμα τους, όχι την υπόστασή τους. Ο Jung δανείστηκε τον όρο στο Symbols of Transformation για κάθε τέτοια κάθοδο της ψυχής — προτίμησε ρητά τη λέξη nekyia κι όχι katabasis, γιατί η κατάβαση δεν υπόσχεται τίποτα, ενώ η νέκυια κουβαλάει ήδη μέσα στο όνομά της την υπόσχεση πως κάποιος θα βγει ξανά πάνω, αλλαγμένος. Ο κύκλος του σιταριού την είχε ήδη ζήσει πολύ πριν πάρει όνομα: κάπου ανάμεσα στον θερισμό και στη νέα βλάστηση υπάρχει μια στιγμή που δεν φαίνεται, όπου ο σπόρος έχει ήδη αποκοπεί από το στάχυ αλλά δεν έχει ακόμη γίνει νέο φυτό — δεν είναι πια αυτό που ήταν, δεν είναι ακόμη αυτό που θα γίνει. Αυτή η αόρατη στιγμή είναι η νέκυια του σιταριού.

Δεν είναι τυχαίο πως η ίδια η λέξη κατάβαση κουβαλάει μέσα της και τις δύο κινήσεις, το κάτω και το πάνω — κατά και βαίνω — γιατί χωρίς επιστροφή δεν είναι παρά θάνατος, κι ο Ηράκλειτος το είχε ήδη πει πολύ πριν τον Jung: «ὁδὸς ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή», ο δρόμος προς τα πάνω κι ο δρόμος προς τα κάτω είναι ο ίδιος δρόμος. Για έναν άνθρωπο, αυτή η κάθοδος δεν είναι ποτέ απλώς εικόνα· είναι η θλίψη που δεν εξηγείται, η κρίση που δεν έχει όνομα, η Σκοτεινή Νύχτα της Ψυχής — μια περίοδος όπου η ίδια η αίσθηση του «ποιος είμαι» διαλύεται προσωρινά, εκτεθειμένη σε ό,τι είχε απωθήσει κανείς ως ακατάλληλο, ανάξιο, επικίνδυνο. Ο Jung το ονόμαζε συνάντηση με τη Σκιά· ο καθένας μας το ξέρει με το δικό του όνομα, όποτε νιώθει πως δεν αναγνωρίζει πια τον εαυτό του μέσα στη ζωή που έχτιζε. Δεν είναι αδυναμία να νιώσεις ζάλη μπροστά σε αυτό το βάθος — ακόμα κι ο Σενέκας το παραδεχόταν και για τους πιο γενναίους. Αυτό που διαλύεται εκεί κάτω δεν είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, αλλά οι ψεύτικες μορφές του: οι προβολές, οι δανεικές ταυτότητες που κρατούσε πάνω του για να μη χρειαστεί να κοιτάξει βαθύτερα. Η απώλειά τους μοιάζει, από μέσα, με αφανισμό — είναι όμως η μόνη τεχνική που ξέρει η ψυχή για να χτίσει κάτι πιο αληθινό στη θέση τους.

Το ίδιο χωράφι που δέχτηκε το δρεπάνι λίγους μήνες πριν ανοίγει τώρα ξανά για να δεχτεί τον σπόρο, και η κίνηση που έμοιαζε με τέλος γίνεται, χωρίς να αλλάξει καθόλου, προϋπόθεση για την επόμενη ζωή· ο θερισμός αφαιρεί, η σπορά επιστρέφει, κι ανάμεσά τους δεν υπάρχει τίποτα να δει κανείς παρά μόνο χώμα. Η μελετήτρια Anne Wroe περιέγραψε αυτού του είδους την κάθοδο —εκείνη του Ορφέα προς τον Κάτω Κόσμο— ως «το ταξίδι του σπόρου μέσα στη γη: από το φως στο σκοτάδι, και ξανά πάνω στο φως», και στο ίδιο σημείο συναντιέται και η Κόρη: κατεβαίνει και δεν μπορεί να ξανανέβει ολόκληρη όπως ήταν, ακριβώς όπως ο σπόρος που θάβεται δεν βγαίνει ποτέ ξανά ως ο ίδιος σπόρος, αλλά ως κάτι που δανείστηκε τη μορφή του από το σκοτάδι όπου πέρασε.

Ο ίδιος ο Jung δεν μελέτησε απλώς αυτή την κάθοδο, την έζησε: το 1913, λίγο μετά τη ρήξη του με τον Freud, ένιωθε πως είχε φτάσει σε αδιέξοδο, αναζητώντας, όπως έγραψε ο ίδιος, «ποιος ασυνείδητος ή προσυνείδητος μύθος τον διαμόρφωνε», και σε μια κρουαζιέρα στη λίμνη της Ζυρίχης εκείνο τον καιρό ένας φίλος του διάβασε δυνατά τη Νέκυια της Οδύσσειας — λίγο αργότερα ο ίδιος αποκάλεσε τη δική του κρίση «τη Nekyia» του. Στις 12 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς πήρε «το αποφασιστικό βήμα» κι άφησε τον εαυτό του να παρασυρθεί από την πλημμύρα των εικόνων που τον κατέκλυζαν: κατέβηκε, όπως το περιέγραψε, «μέσα σε βαθύ, σκοτεινό λυκόφως», είδε έναν νεκρό ξανθό νέο να επιπλέει σε υπόγειο ρεύμα μ’ έναν σκαραβαίο πίσω του, και λίγες μέρες αργότερα τον Ζίγκφριντ δολοφονημένο πάνω σε ένα άρμα φτιαγμένο από κόκαλα νεκρών, ώσπου μια εσωτερική φωνή τού είπε πως έπρεπε να καταλάβει το όνειρο, αλλιώς θα έπρεπε να αυτοπυροβοληθεί. Δεν κατέβηκε μόνος· βρήκε έναν οδηγό, τον Φιλήμονα, όπως τον ονόμασε, τον «πνευματικό του δάσκαλο», τον ψυχοπομπό του στον Κάτω Κόσμο, και όταν χρόνια αργότερα ζωγράφισε το πρώτο του μάνταλα το είδε ως «έκφραση του εαυτού» — απόδειξη ότι είχε βγει από την άλλη πλευρά αλλαγμένος, με ένα σχήμα που θα κρατούσε το νόημα ολόκληρης της υπόλοιπης δουλειάς του.

Δεν είχε καμία απόδειξη, όσο βρισκόταν εκεί μέσα, πως θα έβγαινε ξανά στο φως — το ίδιο ακριβώς ισχύει για όποιον σπέρνει: θάβει ένα μέρος της σοδειάς που θα μπορούσε να είχε φάει, εμπιστευόμενος έναν κύκλο που έχει δει απλώς να επαναλαμβάνεται, χωρίς καμία εγγύηση μέσα στην ίδια την ταφή. Η κάθοδος δεν είναι τιμωρία· είναι προϋπόθεση, και ό,τι μαθαίνεται εκεί κάτω —σαν τα λόγια του Τειρεσία, σαν το μάνταλα του Jung— σπάνια μαθαίνεται πάνω στο φως, ούτε επιστρέφει ποτέ ως αυτό ακριβώς που κατέβηκε.

Η Μεγάλη Μητέρα: Μήτρα και Τάφος μαζί

Ο Erich Neumann, πάνω στα θεμέλια του Jung, περιέγραψε ένα αρχέτυπο ίσως λίγο πιο ζοφερό: τη Μεγάλη Μητέρα. Η γη, σε αυτή την ανάγνωση, είναι μήτρα και τάφος ταυτόχρονα. Η ίδια δύναμη που γεννάει είναι αυτή που καταπίνει. Δεν πρόκειται για δύο διαφορετικές θεότητες, μία καλή και μία τρομακτική, αλλά για μία και μοναδική δύναμη που δεν επιτρέπει να τη χωρίσεις.

Είναι δύσκολο να αγαπήσεις κάτι που ξέρεις πως θα σε καταπιεί ξανά. Κι όμως αυτή είναι ακριβώς η σχέση που περιγράφει η γη — γεννάει, τρέφει, μετά ζητάει πίσω, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς διαπραγμάτευση. Δεν χαϊδεύει. Απλώς απαιτεί, και περιμένει να τη σεβαστείς έστω κι αν δεν τη συμπαθείς.

Η Δήμητρα, μέσα από αυτό το πρίσμα, δεν είναι απλώς μια καλή θεά της σοδειάς. Είναι μια μητέρα που απαιτεί τον καρπό της πίσω, για να τον ξαναδώσει. Το ίδιο ισχύει και για την Corn Mother των ευρωπαϊκών παραδόσεων: δεν χαρίζει τη σοδειά, την επιστρέφει — και η λέξη αυτή κάνει όλη τη διαφορά.

Το Αρχέτυπο της Κόρης

Ο ίδιος ο Jung, μαζί με τον Karl Kerényi, αφιέρωσε ένα ολόκληρο δοκίμιο στο αρχέτυπο της Κόρης — το Essays on a Science of Mythology, όπου εξετάζουν μαζί τον μύθο του Θείου Παιδιού και τα Μυστήρια της Ελευσίνας. Ο Jung περιγράφει την Κόρη ως «αρχετυπική εικόνα δυνητικής ανανέωσης» — όχι σταθερή ταυτότητα, αλλά δυναμικό. Δεν είναι κάτι που είσαι. Είναι κάτι που μπορείς να γίνεις.

Το ζευγάρι Δήμητρα-Κόρη, γράφει, «επεκτείνει τη γυναικεία συνείδηση προς τα πάνω και προς τα κάτω» ταυτόχρονα. Για τις γυναίκες, η Κόρη είναι εικόνα του supraordinate self, του ανώτερου εαυτού· για τους άντρες, όψη της anima, του θηλυκού στοιχείου της ψυχής τους.

Το δίδυμο σιτάρι-ρόδι που είδαμε νωρίτερα δεν ήταν απλώς λαογραφική λεπτομέρεια. Ήταν, ίσως, η πιο συμπυκνωμένη εικόνα αυτού ακριβώς: η μάνα που μένει πάνω, φυλάσσοντας τη σοδειά· η κόρη που κατεβαίνει, και φέρνει κάθε φορά πίσω μαζί της κάτι από το σκοτάδι.

Υπάρχει μια εικόνα που δένει όλα αυτά μαζί, κι είναι τόσο απλή που ξεφεύγει εύκολα: η ρίζα του σταχιού πάει προς τα κάτω την ίδια ώρα που το άχυρο πάει προς τα πάνω. Το ίδιο φυτό κινείται και προς τις δύο κατευθύνσεις ταυτόχρονα — ακριβώς η κίνηση που περιγράφει ο Jung για την ψυχή που ωριμάζει. Δεν διαλέγεις ανάμεσα στο πάνω και το κάτω. Χρειάζεσαι και τα δύο, την ίδια στιγμή, για να σταθείς όρθιος.

Η Περσεφόνη δεν διάλεξε να κατέβει στον Κάτω Κόσμο, και όταν επέστρεψε, δεν επέστρεψε ολόκληρη στη μητέρα της — έμεινε δεμένη κι εκεί, ένα τρίτο κάθε χρονιάς. Αυτό είναι, ίσως, το πιο ειλικρινές μάθημα όλης αυτής της ιστορίας: αυτό που επιστρέφει δεν επιστρέφει πάντα εκεί που θα ήθελε. Επιστρέφει εκεί που μπορεί, εκεί που του επιτρέπεται, εκεί που ο κύκλος το στέλνει. Το σιτάρι δεν διαλέγει ποιο χωράφι θα το δεχτεί την άνοιξη. Ο σπόρος δεν διαλέγει πόσο βαθιά θα τον θάψουν. Κι εμείς, κάθε Σεπτέμβρη, δεν διαλέγουμε πάντα προς τα πού μας τραβάει αυτό το αόρατο όργωμα — απλώς μαθαίνουμε, χρόνο με τον χρόνο, να το εμπιστευόμαστε λίγο περισσότερο.

Επίλογος

Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, νιώθω το ίδιο πράγμα να ξεκινά — όχι σαν αναγέννηση θεαματική, αλλά σαν κάτι πολύ πιο σιωπηλό, σχεδόν ανεπαίσθητο. Ένα όργωμα που δε βλέπω, κάπου βαθιά. Δεν ξέρω ποιο χωράφι θα με δεχτεί αυτή τη φορά, ούτε πόσο θα κρατήσει η αναμονή. Ξέρω μόνο πως κάτι σπέρνεται, κι ας μην το βλέπω ακόμα να φυτρώνει.

Οι άνθρωποι επέστρεφαν στη γη ένα μέρος από όσα τους είχε δώσει, έπλεκαν από τα τελευταία στάχυα μια μορφή και την τοποθετούσαν σε ένα σημείο του σπιτιού να περάσει τον χειμώνα. Κι εκεί, ανάμεσα στο δεμάτι, στο άχυρο και στον σπόρο, κάτι παρέμενε. Δεν ήταν πια χωράφι, δεν ήταν ακόμη νέα σοδειά. Ήταν το ενδιάμεσο· αυτό που έχει φύγει από τη μία μορφή του, χωρίς ακόμη να έχει φανερωθεί στην επόμενη.

Κάθε χρόνο, οι άνθρωποι το ξανάβλεπαν μπροστά τους. Στο στάχυ που κοβόταν, στον σπόρο που χανόταν κάτω από το χώμα, στο ψωμί που ξαναγινόταν τροφή. Και ίσως γι’ αυτό δεν χρειάστηκε ποτέ να του δώσουν ένα μόνο όνομα.

Ο Σεπτέμβρης, σε όλη αυτή την ιστορία, δεν είναι παρά ένα άνοιγμα στη γη — η στιγμή που το χωράφι κρατά ακόμα τη μνήμη του θερισμού, ενώ το χώμα ήδη ετοιμάζεται να δεχτεί τον καινούργιο σπόρο, χωρίς να ξέρουμε ποιο από τα δύο κρατάει το βάρος. Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε σε αυτόν κάθε χρόνο με την ίδια αδιόρατη ανησυχία. Δεν είναι ο μήνας του τέλους. Είναι ο μήνας που μαθαίνει στο τέλος να μιλάει σιγά, μέχρι να ξανακούγεται σαν αρχή.

«Κάθε φορά που ένας σπόρος θάβεται, επαναλαμβάνεται η ίδια παλιά υπόσχεση: δεν πέθανα. Κρύφτηκα.»

Πηγές: 

Βιβλία
  •   Frazer, James George. The Golden Bough: A Study of Magic and Religion.
  •   Jung, Carl Gustav. Symbols of Transformation (Collected Works, τόμος 5).
  •   Jung, Carl Gustav & Kerényi, Karl. Essays on a Science of Mythology: The Myth of the Divine Child and the Mysteries of Eleusis. Princeton: Princeton University Press.
  •   Neumann, Erich. The Great Mother: An Analysis of the Archetype. Princeton: Princeton University Press.
  •   Smith, Evans Lansing. “A Modernist Nekyia: Jung’s Myth of Analysis.” Mythological Studies Program, Pacifica Graduate Institute.
Ηλεκτρονικές Πηγές

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *