Όταν η Γη Ανοίγει
Όταν η Γη Ανοίγει
Ξέρεις ότι έχει μπει το καλοκαίρι για τα καλά, όταν ξαφνικά έχεις μια επιθυμία να «βγάλεις» το δέρμα σου, σα να είναι ρούχο που φόρεσες το πρωί για να δροσιστείς. Η έλευση του φωτός κορυφώνεται, ο κόσμος καίει, το χώμα στεγνώνει. Η γη ανοίγει για να δείξει τι κρύβουμε μέσα μας αυτή την περίοδο που η μέρα κυριαρχεί. Μέσα στην ανία της ρουτίνας, η ψυχή μας περιπλανιέται νοερά σαν άγριο ζώο και αποζητάει μια σκιά για να νιώσει ανακούφιση. Και όπως συμβαίνει από πολύ-πολύ παλιά, οι άνθρωποι ανάβουν φωτιές τη νύχτα του Αϊ-Γιάννη και πηδάνε πάνω από τις φλόγες για να δουν το μέλλον. Διότι όσο φωτεινή και μεγάλη και να είναι η μέρα, τη νύχτα είναι που βλέπουμε πιο καθαρά.
Ο Κλήδονας και οι Φωτιές του Καλοκαιριού
Η νύχτα του Αϊ-Γιάννη δεν ανήκει μόνο στην Εκκλησία, παρότι στις 24 Ιουνίου τόσο η ανατολική όσο και η δυτική χριστιανική παράδοση τιμούν τη γέννηση του Ιωάννη του Προδρόμου. Στη λαϊκή μνήμη, η παραμονή της γιορτής ανήκει στη φωτιά, στο νερό, στη μαντεία και στο σώμα που περνά ένα όριο.

Σε πολλά μέρη της Ελλάδας, η γιορτή ήταν γνωστή ως του Αϊ-Γιαννιού του Λιοτροπιού — μια ονομασία που κρατά ακόμη μέσα της την ανάμνηση της τροπής του ήλιου. Δεν είναι τυχαίο. Η γιορτή στέκεται κοντά στο θερινό ηλιοστάσιο, τη στιγμή όπου το φως έχει φτάσει στο ανώτατο σημείο του και αμέσως μετά αρχίζει η αργή του υποχώρηση. Ο Μιχαήλ Ψελλός το περιγράφει με τρόπο σχεδόν ποιητικό· εκεί η φωτιά του Αϊ-Γιάννη δεν εμφανίζεται απλώς ως λαϊκό γλέντι, αλλά ως απάντηση σε μια κοσμική μεταβολή:
«Καθιδὼν γὰρ, λέγει, ὡς κατὰ τὸν θερινὸν ἥλιον δαίμονες πονηροὶ προσπίπτουσι. Τελεῖται δὲ ὅτε ἔρχεται ὁ ἥλιος τρεπόμενος πρὸς νότον, μειῶν μὲν τὴν ἡμέραν, αὔξων δὲ τὴν νύκτα.»
Δηλαδή, η τελετή γίνεται τη στιγμή που ο ήλιος αρχίζει να στρέφεται προς τον νότο: η μέρα μικραίνει και η νύχτα μεγαλώνει. Αυτή η φράση είναι το κλειδί. Το έθιμο δεν στέκεται απλώς μέσα στο καλοκαίρι· στέκεται ακριβώς πάνω στη στροφή του. Στο σημείο όπου το φως, ενώ μοιάζει να κυριαρχεί, έχει ήδη αρχίσει να υποχωρεί.
Αυτή η στροφή του φωτός δεν έμενε ως αφηρημένη ιδέα. Γινόταν πράξη. Την παραμονή του Αϊ-Γιάννη άναβαν φωτιές μπροστά σε σπίτια, σε γειτονιές, σε πλατείες, σε ανοιχτούς χώρους. Παιδιά, νέοι, ηλικιωμένοι, μητέρες με τα παιδιά τους περνούσαν πάνω από τις φλόγες ή χόρευαν γύρω τους. Η φωτιά δεν ήταν απλώς θέαμα. Ήταν πέρασμα. Ήταν καθαρμός. Ήταν ένας τρόπος να αφήσεις πίσω σου ό,τι σε βαραίνει και να δοκιμάσεις, με το ίδιο σου το σώμα, αν μπορείς να περάσεις στην άλλη πλευρά.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία προσπάθησε επανειλημμένα να σταματήσει το έθιμο. Ήδη η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος, το 680 μ.Χ., απαγόρευε τις φωτιές που άναβαν «κατὰ παλαιὸν ἔθος» μπροστά σε σπίτια και εργαστήρια, καθώς και το πήδημα μέσα από αυτές. Παρόμοιες απαγορεύσεις βρίσκουμε και στη δυτική παράδοση, όπου καταδικάζονται όσοι κατά τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη τελούν «τὰ ἡλιοστάσια» με χορούς και τραγούδια. Η λέξη είναι αποκαλυπτική: πίσω από τον Άγιο εξακολουθούσε να διακρίνεται το ηλιοστάσιο.
Η φωτιά, όμως, επέμενε. Και επέμενε διότι απαντούσε σε μια ανάγκη βαθύτερη από την απλή τήρηση ενός εθίμου. Ο Θεοδώρητος αναφέρει πως σε ορισμένες πόλεις άναβαν φωτιές μία φορά τον χρόνο στις πλατείες και περνούσαν μέσα από αυτές ακόμη και μητέρες κρατώντας τα βρέφη τους στην αγκαλιά. Η πράξη αυτή θεωρείτο «αποτροπιασμός» και «κάθαρσις»: απομάκρυνση του κακού και εξαγνισμός.
Αυτό ακριβώς διασώζεται και στα νεότερα έθιμα του Αϊ-Γιάννη. Ο Βαλσαμών αναφέρει πως οι άνθρωποι πίστευαν ότι με τις φωτιές αποδιώχνουν το κακό και εξασφαλίζουν περισσότερα αγαθά. Στους Ρωμαίους, σύμφωνα με τον Οβίδιο, συναντούμε παρόμοια πυρά, ενώ κατά την επέτειο της ίδρυσης της Ρώμης περνούσαν μέσα από τις φωτιές ακόμη και κατοικίδια ζώα, για να προφυλαχθούν από συμφορές. Η ίδια λογική εμφανίζεται ξανά και ξανά σε όλη την Ευρώπη: φωτιές, άλματα, κύκλοι, κοπάδια, στάχτες, δαδιά, καπνός. Το σώμα περνά μέσα από τη θερμότητα για να καθαριστεί, να προστατευτεί, να ξαναρχίσει.
Όμως η νύχτα του Αϊ-Γιάννη δεν ανήκει μόνο στη φωτιά. Αν η φωτιά καθαρίζει, το νερό αποκαλύπτει. Στο εν λόγω έθιμο, δίπλα στη φωτιά στέκεται το νερό. Στον Κλήδονα, το νερό πρέπει να είναι αμίλητο. Ένα παιδί ή κορίτσι που έχει και τους δύο γονείς εν ζωή πηγαίνει σε πηγή, πηγάδι ή βρύση και το φέρνει χωρίς να μιλήσει σε κανέναν, όσο κι αν το πειράξουν ή προσπαθήσουν να του αποσπάσουν λέξη. Αν μιλήσει, το νερό χάνει τη δύναμή του και πρέπει να χυθεί. Η σιωπή είναι μέρος της τελετής. Το νερό δεν είναι απλώς νερό· γίνεται δοχείο προσμονής.
Μέσα σε αυτό ρίχνονται τα ριζικάρια: δαχτυλίδια, καρφίτσες, κουμπιά, μικρά προσωπικά αντικείμενα, κάποτε και φρούτα σημαδεμένα κρυφά. Το δοχείο κλείνεται, σκεπάζεται με κόκκινο ύφασμα, στεφανώνεται με δάφνη, μυρτιά ή λυγαριά και αφήνεται τη νύχτα έξω, κάτω από τα άστρα, για να «αστριστεί». Εδώ η μαντεία δε γίνεται αιφνιδίως. Γίνεται με αναμονή. Το νερό μένει εκτεθειμένο στον ουρανό, «φορτίζεται» από τη νύχτα, ακούγοντας στη σιωπή πράγματα ανείπωτα που άνθρωποι δεν τολμούν να αρθρώσουν.
Το πρωί, λίγο πριν αποχωρήσει εντελώς το σκοτάδι, το αγγείο μεταφέρεται μέσα στο σπίτι, σε μέρος ανήλιαγο. Έπειτα ανοίγει ο Κλήδονας. Ένα παιδί ή μια κόρη βγάζει τυχαία τα αντικείμενα ένα-ένα, ενώ για κάθε ριζικάρι απαγγέλλεται ένα δίστιχο, ένας χρησμός, μια μαντινάδα. Άλλοτε τρυφερή, άλλοτε σκωπτική, άλλοτε ελευθερόστομη, η φωνή της κοινότητας αποδίδει σε κάθε αντικείμενο μια διαφορετικό ριζικό και σκοπό.
Ο Κλήδονας υπήρξε κατεξοχήν γυναικείο έθιμο. Σε κοινωνίες όπου ο γάμος καθόριζε τη ζωή μιας γυναίκας, η μαντεία για τον μελλοντικό σύζυγο δεν ήταν απλώς παιχνίδι. Ήταν τρόπος να δοθεί μορφή σε μια αγωνία που αφορούσε το σώμα, την κοινωνική θέση, την επιβίωση, την επιθυμία. Ταυτόχρονα, το έθιμο έδινε στις νέες γυναίκες έναν εθιμικά ασφαλή χώρο δημόσιας παρουσίας: να βγουν, να τραγουδήσουν, να χορέψουν, να ακουστούν, να συναντήσουν το άλλο φύλο μέσα σε ένα πλαίσιο που η κοινότητα αναγνώριζε.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, τη νύχτα του Αϊ-Γιάννη, η κοινότητα κάνει τρία πράγματα: ανάβει φωτιά, σωπαίνει μπροστά στο νερό και ζητά σημάδια. Το σώμα πηδά πάνω από τις φλόγες. Το νερό κρατά τη σιωπή. Τα αντικείμενα ανασύρονται σαν μικρά «γούρια» από ένα σκοτεινό δοχείο. Κανείς δεν κοιτάζει απλώς το μέλλον. Όλοι συμμετέχουν σε μια πράξη μετάβασης. Και ίσως αυτή η σιωπή μπροστά στο νερό να είναι η πρώτη μορφή μιας γνώσης που δεν περνά από τα λόγια. Περνάει από το σώμα, το οποίο θυμάται μια αρχέγονη ιστορία καλύτερα από το πνεύμα.
Συμβολισμοί
Ο Sir James Frazer, εξετάζοντας τα ευρωπαϊκά “fire-festivals”, σημειώνει ότι το άναμμα μεγάλων φωτιών, το πήδημα πάνω από αυτές και το πέρασμα των ζώων μέσα ή γύρω από τις φλόγες υπήρξαν σχεδόν πανευρωπαϊκά έθιμα. Η φωτιά θεωρείτο ότι μπορούσε να ευνοήσει την ανάπτυξη της σοδειάς, την υγεία ανθρώπων και ζώων, τη γονιμότητα και την προστασία από ασθένειες, κεραυνούς, μαγεία και κάθε είδους απειλή. Οι μελετητές διχάστηκαν ανάμεσα σε δύο ερμηνείες: από τη μία η ηλιακή θεωρία, κατά την οποία οι φωτιές μιμούνται τον ήλιο και ενισχύουν τη δύναμή του· από την άλλη η καθαρτήρια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η φωτιά καίει και απομακρύνει το βλαβερό. Ίσως, όμως, στη λαϊκή πράξη τα δύο δεν χωρίζονται τόσο καθαρά. Η φωτιά ζεσταίνει και καίει. Θρέφει και καταστρέφει. Φωτίζει και φοβίζει. Είναι ταυτόχρονα ήλιος στη γη και όριο που πρέπει να περάσεις.
Γι’ αυτό οι φωτιές δεν είναι μόνο χαρά. Είναι άμυνα, κάθαρση, πέρασμα. Είναι μικροί ήλιοι αναμμένοι πάνω στη γη, τη στιγμή που ο μεγάλος ήλιος αρχίζει την κάθοδό του.
Όμως το θερινό ηλιοστάσιο δεν είναι απλώς η στιγμή της μέγιστης ηλιακής δύναμης. Είναι και η στιγμή της αντιστροφής της. Ακριβώς όταν το φως φτάνει στο αποκορύφωμά του, αρχίζει ανεπαίσθητα να υποχωρεί. Ο Mircea Eliade παρατηρεί ότι τέτοιες χρονικές καμπές αντιμετωπίζονται από τις παραδοσιακές κοινωνίες ως κατώφλια: στιγμές όπου ο συνηθισμένος χρόνος διακόπτεται και ο κόσμος βρίσκεται ανάμεσα σε δύο καταστάσεις.
Η αντίφαση αυτή διαπερνά ολόκληρο τον εορταστικό κύκλο του καλοκαιριού. Δεν γιορτάζεται απλώς η νίκη του φωτός. Γιορτάζεται η στιγμή που το φως, στην ύψιστη πληρότητά του, αποδέχεται το όριό του. Η κορύφωση περιέχει ήδη την πτώση. Η αφθονία προαναγγέλλει την έλλειψη. Ο ήλιος θριαμβεύει την ίδια στιγμή που αρχίζει να φθίνει πάλι.

Το κατώφλι του μεσοκαλόκαιρου μπορούμε να πούμε ότι ανήκει συμβολικά τόσο στον Απόλλωνα όσο και στην Άρτεμη. Ο Walter Otto περιγράφει τον Απόλλωνα όχι πρωτίστως ως ηλιακή θεότητα, αλλά ως την ενσάρκωση της διαύγειας, της μέτρησης και της πνευματικής καθαρότητας. Είναι ο θεός που αποκαλύπτει μορφή, όριο και τάξη. Το βλέμμα του διαπερνά το χάος και το καθιστά κατανοητό. Γι’ αυτό συνδέεται με τη μαντεία, τη μουσική, τον λόγο και τη γνώση του μέτρου.
Η Άρτεμις, αντίθετα, κατοικεί εκεί όπου η ανθρώπινη τάξη παύει να είναι κυρίαρχη. Είναι η κυρά των δασών, των βουνών και των άγριων ζώων· η θεότητα της παρθενίας όχι ως κοινωνικής αρετής αλλά ως ακατοίκητης ελευθερίας. Αν ο Απόλλων αντιπροσωπεύει το φως που ορίζει, η Άρτεμις αντιπροσωπεύει το μυστήριο που διαφεύγει από κάθε ορισμό.
Δεν πρόκειται για αντίπαλες δυνάμεις. Στον Otto αποτελούν ένα θεϊκό δίπολο. Ο ένας φανερώνει τον κόσμο μέσα από τη μορφή· η άλλη υπενθυμίζει ότι καμία μορφή δεν μπορεί να εξαντλήσει το σύνολο της ζωής. Ο ένας είναι η καθαρή μέρα· η άλλη η άγρια χώρα πέρα από τα όρια της πόλης. Ανάμεσά τους εκτείνεται ολόκληρη η ανθρώπινη εμπειρία.
Το ηλιοστάσιο μοιάζει να στέκεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη γραμμή. Είναι η στιγμή όπου η τάξη και το χάος, η καλλιέργεια και η αγριότητα, η συνείδηση και το ασυνείδητο αγγίζουν το ένα το άλλο. Γι’ αυτό και τόσα έθιμα του μεσοκαλόκαιρου συνδυάζουν γιορτή και ανησυχία, χαρά και μαντεία (άρα και ανησυχία για το μέλλον), φωτιά και νύχτα. Δεν τιμούν απλώς τη δύναμη του ήλιου· αναγνωρίζουν ότι κάθε κορύφωση κρύβει ήδη μέσα της την επερχόμενη μεταμόρφωση.
Σύγχρονη Ερμηνεία
Το ηλιοστάσιο μπορεί να περιγραφεί ως η πιο απτή εικόνα αυτού που ο Ηράκλειτος ονόμασε εναντιοδρομία: τη στιγμή που ένα φαινόμενο φτάνει στην κορύφωσή του, έχει ήδη αρχίσει να κινείται προς το αντίθετό του. Η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου είναι ταυτόχρονα και η πρώτη μέρα της υποχώρησης του φωτός. Η ακμή προαναγγέλλει την παρακμή.

Ο Carl Jung δανείστηκε τον όρο από τον Ηράκλειτο και του έδωσε ψυχολογική διάσταση: κάθε ψυχική κατάσταση που κυριαρχεί υπερβολικά τείνει να γεννήσει το αντίθετό της. Έδινε συχνά ένα παράδειγμα: έναν άνθρωπο που είχε ζήσει όλη του τη ζωή αφοσιωμένος αποκλειστικά στη δουλειά του. Μόλις συνταξιοδοτήθηκε, αντί για ανακούφιση, τον κατέλαβε ανεξήγητο άγχος — γιατί όλα αυτά τα χρόνια, μια ολόκληρη πλευρά της ψυχής του περίμενε, αθόρυβα, τη στιγμή της. Όσο πιο απόλυτα ζούμε τη μία πλευρά μας, τόσο πιο δυνατή συσσωρεύεται η αντίθετή της — και η νύχτα του Αϊ-Γιάννη είναι αυτή η στιγμή σε κλίμακα κοσμική.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και στα παραμύθια. Στην Ωραία Κοιμωμένη, μια νεαρή πριγκίπισσα τρυπά το δάχτυλό της σε ένα αδράχτι ενώ γνέθει λινάρι και βυθίζεται σε έναν ύπνο εκατό χρόνων. Το αδράχτι δεν είναι τυχαίο αντικείμενο — και το λινάρι που γνέθει είναι το ίδιο φυτό που συνδέεται με τις φωτιές του μεσοκαλόκαιρου: σε πολλές ευρωπαϊκές παραδόσεις πίστευαν πως όσο ψηλότερα πηδούσαν οι άνθρωποι πάνω από τις φλόγες, τόσο ψηλότερα θα μεγάλωνε το λινάρι.
Το λινάρι, όμως, δεν ήταν ποτέ απλώς μια καλλιέργεια. Η Marie-Louise von Franz σημειώνει ότι σε πολλούς λαούς το λινάρι θεωρούνταν αμιγώς γυναικεία υπόθεση — το φύτευαν γυναίκες, και υπήρχαν τόποι όπου, για να «βοηθήσουν» τη σπορά να μεγαλώσει, οι γυναίκες εκτίθεντο γυμνές μπροστά της, ζητώντας να ψηλώσει «μέχρι το ύψος του αιδοίου τους». Το λινάρι, δηλαδή, ήταν συνδεδεμένο σωματικά με τη γυναικεία γονιμότητα — όχι ως μεταφορά, αλλά ως κυριολεξία τελετουργίας.
Από το λινάρι, μέσα από το γνέσιμο, γεννιέται το νήμα — και το εργαλείο αυτής της μεταμόρφωσης είναι το αδράχτι. Έτσι η αλυσίδα κλείνει: η πιο σωματική, πιο γόνιμη χειρονομία της γιορτής (το πήδημα στη φωτιά, η γονιμότητα του λιναριού) καταλήγει στο ίδιο εργαλείο που θα φέρει τον ύπνο της πριγκίπισσας. Η ίδια χειρονομία που γιορτάζει τη ζωή, προετοιμάζει και την κάθοδο.
Και το αδράχτι έχει ένα ακόμα στρώμα. Στην ελληνική μυθολογία, το νήμα της ζωής το γνέφουν οι Μοίρες — η Κλωθώ το γνέφει, η Λάχεσις το μετρά, η Άτροπος το κόβει. Όταν η πριγκίπισσα αγγίζει το αδράχτι, δεν τρυπιέται απλά το δάχτυλό της· αγγίζει, για πρώτη φορά, το νήμα της ίδιας της ζωής της. Η von Franz λέει ότι αυτός ο ύπνος δεν είναι τιμωρία, αλλά απαραίτητη κάθοδος — μια περίοδος όπου η συνείδηση αποσύρεται για να ωριμάσει κάτι βαθύτερο στο σκοτάδι, όπως ο σπόρος κάτω από το χώμα.
Η ίδια von Franz, μιλώντας αλλού για τη μαντεία, λέει κάτι που φωτίζει διαφορετικά τον Κλήδονα: οι πιο πρωτόγονες τεχνικές μαντείας ανάγονται πάντα σε μια απλή ερώτηση Ναι ή Όχι — θα ζήσω, θα βρω, θα γίνει. Δε λένε το μέλλον μαγικά· λειτουργούν σαν καταλύτες, αφήνοντας να ανέβει στην επιφάνεια κάτι που η ίδια ονομάζει «απόλυτη γνώση του ασυνείδητου» — γνώση που υπήρχε ήδη, αλλά κανείς δεν την άκουγε.
Για μια γυναίκα σε παραδοσιακή κοινωνία, η ερώτηση «ποιον θα παντρευτώ» ήταν ακριβώς αυτού του είδους η ερώτηση: θα επιζήσω, με ποιόν τρόπο, σε ποια ζωή. Το αμίλητο νερό του Κλήδονα ήταν αυτό το «Ναι» ή «Όχι» μιας ολόκληρης ζωής, συμπυκνωμένο σε μια νύχτα. Η σιωπή δεν ήταν κανόνας τελετουργίας — ήταν η ίδια η τεχνική: το νερό γίνεται χώρος ακρόασης ακριβώς επειδή κανείς δεν μιλάει από πάνω του.

Και σε αυτή την κάθοδο συναντούμε την Άγρια Γυναίκα της Clarissa Pinkola Estés. Η άγρια φύση της ψυχής δεν εμφανίζεται όταν όλα είναι φωτεινά και τακτοποιημένα — εμφανίζεται όταν η παλιά ταυτότητα παύει να αρκεί, όταν η γυναίκα αρχίζει να ακούει εκείνη τη βαθύτερη φωνή που γνωρίζει χωρίς να μπορεί πάντοτε να εξηγήσει. Η διαίσθηση της Βασιλίσας, το πύρινο κρανίο που φωτίζει το μονοπάτι της, η επιστροφή της Άγριας Γυναίκας και το ξύπνημα της Ωραίας Κοιμωμένης ανήκουν στην ίδια οικογένεια συμβόλων: κάτι παλιό πεθαίνει ώστε κάτι βαθύτερο να γεννηθεί.
Έτσι βρίσκουμε δύο εικόνες γυναικείας γνώσης δίπλα-δίπλα, την ίδια νύχτα. Η κοπέλα του Κλήδονα περιμένει σιωπηλά δίπλα στο νερό, αναζητώντας ένα σημάδι. Η Άγρια Γυναίκα εμπιστεύεται το ένστικτο, το σώμα, τη γνώση που δε χρειάζεται επιβεβαίωση. Η πρώτη ακούει. Η δεύτερη γνωρίζει. Κι όμως, ίσως να είναι δύο στάδια της ίδιας πορείας — η κοπέλα είναι η γυναίκα πριν τη μύηση, η Άγρια Γυναίκα είναι εκείνη που έχει ήδη περάσει μέσα από τη φωτιά, τον ύπνο και την αφύπνιση.
Ίσως, μάλιστα, να μην είναι καν δύο γυναίκες. Η κοπέλα που κάθεται σιωπηλή δίπλα στο αμίλητο νερό, περιμένοντας ένα σημάδι, είναι ήδη η Ωραία Κοιμωμένη — ακίνητη, σε αναμονή, με το νερό για κάστρο της. Και η εναντιοδρομία της νύχτας είναι ακριβώς αυτό που τη μεταμορφώνει: από αυτή που ακούει χρησμό, σε αυτή που γίνεται η ίδια χρησμός. Το πρωί που σηκώνεται από το νερό δεν είναι η ίδια που κάθισε δίπλα του το βράδυ — μέσα της έχει ήδη ξυπνήσει η Άγρια Γυναίκα.
Η Estés κλείνει το βιβλίο της όχι με θεωρία, αλλά με μια λίστα — τους «κανόνες των λύκων για τη ζωή»: φάε, ξεκουράσου, περιπλανήσου, άκου προσεκτικά, ούρλιαξε συχνά. Καμία τους δεν απαιτεί να ξέρεις το μέλλον· απαιτούν μόνο να είσαι παρούσα στο σώμα σου.
Ίσως αυτό να είναι η πιο απλή σύγχρονη ερμηνεία του μεσοκαλόκαιρου. Δεν μιλά μόνο για τον ήλιο που φθίνει ή τη νύχτα που μεγαλώνει — μιλά για τη στιγμή όπου κάτι μέσα μας ήδη γνωρίζει ότι ένας κύκλος ολοκληρώνεται. Κάπως έτσι ανοίγει η γη: όχι ρήγματα και χάσματα, αλλά το όριο ανάμεσα σε αυτό που είμαστε και σε αυτό που ετοιμαζόμαστε να γίνουμε.
Πηγές:
- Πολίτης, Νικόλαος Γ. «Η Εορτή του Αγίου Ιωάννου», Λαογραφικά Σύμμεικτα, Α΄ (1920), σ. 86-88.
- Wikipedia, «Κλήδονας» — https://el.wikipedia.org/wiki/Κλήδονας
- «Litha» — https://www.sui.org/litha/
- «Ο Κλήδονας της Κρήτης: ένα αρχαίο έθιμο» — https://agonaskritis.gr/ο-κλήδονας-της-κρήτης-ένα-αρχαίο-έθιμο/
- Frazer, James George. The Golden Bough: A Study in Magic and Religion — κεφάλαιο «The Midsummer Fires».
- Burkert, Walter. Greek Religion — κεφ. 1.3, «Fire Rituals», σ. 61-64.
- Eliade, Mircea. The Sacred and the Profane: The Nature of Religion.
- Otto, Walter F. The Homeric Gods: The Spiritual Significance of Greek Religion.
- Jung, Carl Gustav. Σύμβολα Μεταμόρφωσης. Εκδόσεις Αρσενίδη, 1991.
- Jungian Center for the Spiritual Sciences, «Jung on the Enantiodromia: Part 1 – Definitions and Examples» — https://jungiancenter.org/jung-on-the-enantiodromia-part-1-definitions-and-examples/
- von Franz, Marie-Louise. The Feminine in Fairy Tales.
- von Franz, Marie-Louise. On Divination and Synchronicity: The Psychology of Meaningful Chance.
- Estés, Clarissa Pinkola. Women Who Run With the Wolves: Myths and Stories of the Wild Woman Archetype.