Μαγεία, πολυθεϊσμός και τα όρια της ανοχής στην Ελλάδα
Του Όφιου Ερμή

Τι ακριβώς φοβάται μια κοινωνία όταν φοβάται τη μαγεία; Την πιθανότητα να υπάρχουν δυνάμεις που δεν ελέγχει; Την εξαπάτηση; Ή τον άνθρωπο που αρνείται να περιγράψει τον κόσμο με τις αποδεκτές της λέξεις;
Το ερώτημα διατρέχει τη συζήτησή μας για τις διώξεις μαγισσών και τη σημερινή τους κληρονομιά. Όταν, όμως, στρέφουμε το βλέμμα στην Ελλάδα, χρειάζεται ιστορική ακρίβεια. Η διαδρομή του ελληνικού κράτους από το 1830 μέχρι σήμερα δεν αποτελεί μικρογραφία των δυτικοευρωπαϊκών κυνηγιών μαγισσών. Έχει τις δικές της μορφές ελέγχου, τις δικές της αντιφάσεις και μια δύσκολη μετάβαση από την ανοχή της θρησκευτικής διαφοράς στην προστασία της ως δικαιώματος.
Για να την κατανοήσουμε, πρέπει πρώτα να ξεχωρίσουμε τρία πράγματα: την προσωπική πίστη, τη θρησκευτική λατρεία και τις πράξεις που μπορούν να βλάψουν άλλους ανθρώπους.
Ένας πολυθεϊστής δεν είναι εξ ορισμού μάγος. Ένας άνθρωπος που διαβάζει ταρώ δεν εκπροσωπεί υποχρεωτικά κάποια θρησκεία. Και μια τελετή που μας φαίνεται παράξενη δεν αποτελεί, μόνο γι’ αυτό, απειλή.
Η «γοητεία» στο νεότερο κράτος
Στον Ποινικό Νόμο του 1834 συναντούμε τη «γοητεία» δίπλα στη φυγοπονία, την επαιτεία και την αγυρτεία. Η ιστορική βιβλιογραφία παραθέτει διάταξη που αφορά την παραπλάνηση ανθρώπων μέσω υποτιθέμενων θαυμάτων, μαγειών, εξορκισμών, μαντειών και συναφών πρακτικών. Η λέξη δεν περιγράφει εδώ την προσωπική ελκυστικότητα, αλλά τη δραστηριότητα εκείνου που εμφανίζεται ως κάτοχος εξαιρετικών δυνάμεων. Ιστορική μελέτη στην Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών.
Αυτή η διατύπωση έχει σημασία. Το αντικείμενο της δίωξης είναι η παραπλάνηση μέσω του υπερφυσικού. Δεν έχουμε, από τη συγκεκριμένη πηγή, έναν νομοθέτη που αναγνωρίζει ως πραγματικό έγκλημα τη συμφωνία με τον Διάβολο ή την πρόκληση μιας συμφοράς με ξόρκια.
Η διάκριση δεν εξαγνίζει την καταστολή. Μας βοηθά να καταλάβουμε τον χαρακτήρα της. Η γειτνίαση της «γοητείας» με την επαιτεία αποκαλύπτει ένα κράτος που επιδιώκει να ταξινομήσει και να ελέγξει συμπεριφορές τις οποίες θεωρεί ύποπτες ή ανεπιθύμητες.
Δεν δικαιολογείται, επομένως, να μιλήσουμε για ελληνικό νόμο καύσης μαγισσών μετά το 1830 χωρίς συγκεκριμένα τεκμήρια. Ούτε μπορούμε να παρουσιάσουμε το Malleus Maleficarum ως θεμέλιο της νεοελληνικής νομοθεσίας. Η σοβαρότητα του θέματος απαιτεί να αναγνωρίζουμε τα όρια της γνώσης μας.
Πόση ελευθερία χωρά στην ανοχή;
Η Ορθοδοξία κατέχει κεντρική θέση στην ιστορία και στη δημόσια συγκρότηση του ελληνικού κράτους. Αυτό, όμως, δεν καταργεί τη διάκριση ανάμεσα στην εκκλησιαστική κρίση και στον κρατικό νόμο. Μια πρακτική μπορεί να θεωρείται αμαρτία από μια Εκκλησία χωρίς να αποτελεί ποινικό αδίκημα.
Η παλαιότερη γλώσσα της θρησκευτικής «ανοχής» φανερώνει μια άνιση σχέση: κάποιος ανέχεται και κάποιος γίνεται ανεκτός. Η σύγχρονη συνταγματική προστασία μεταφέρει το βάρος στο δικαίωμα του προσώπου.
Το άρθρο 13 του Συντάγματος προστατεύει τη θρησκευτική συνείδηση και ορίζει ότι τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα δεν εξαρτώνται από τις θρησκευτικές πεποιθήσεις. Προστατεύει επίσης τη λατρεία κάθε γνωστής θρησκείας, υπό τους προβλεπόμενους περιορισμούς. Η ίδια διάταξη διευκρινίζει ότι η πίστη δεν απαλλάσσει κανέναν από την τήρηση των νόμων. Σύνταγμα, άρθρο 13.
Η ελευθερία αυτή δοκιμάστηκε στην πράξη. Στην υπόθεση Κοκκινάκης κατά Ελλάδας, το 1993, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπίστωσε παραβίαση σε καταδίκη για προσηλυτισμό. Η διάκριση ανάμεσα στη θρησκευτική μαρτυρία και στην αθέμιτη επιβολή αποδείχθηκε κρίσιμη. Απόφαση Κοκκινάκης.
Στην υπόθεση Μανουσάκης και λοιποί κατά Ελλάδας, το 1996, διαπιστώθηκε παραβίαση σε υπόθεση λειτουργίας χώρου λατρείας χωρίς άδεια. Η διοικητική διαδικασία δεν μπορούσε να λειτουργεί ως δυσανάλογος φραγμός στη θρησκευτική ζωή. Απόφαση Μανουσάκης.
Οι υποθέσεις αφορούσαν Μάρτυρες του Ιεχωβά. Οι αρχές τους, όμως, ενδιαφέρουν και τον πολυθεϊστή, τον πιστό μιας μικρής θρησκευτικής κοινότητας, κάθε άνθρωπο που βρίσκεται έξω από την πλειονότητα.
Τι συνέβη πραγματικά το 2017
Ακούγεται συχνά ότι «ο παγανισμός νομιμοποιήθηκε στην Ελλάδα το 2017». Η φράση συμπυκνώνει μια σημαντική εξέλιξη, αλλά δημιουργεί λανθασμένη εντύπωση.
Το ΥΣΕΕ ανακοίνωσε τότε τη χορήγηση άδειας ίδρυσης και λειτουργίας λατρευτικού χώρου της Ελληνικής Εθνικής Θρησκείας στην Αθήνα. Στην ίδια ανακοίνωση διέκρινε αυτή την εξέλιξη από τη διεκδίκηση θρησκευτικής νομικής προσωπικότητας. Ανακοίνωση του ΥΣΕΕ, σε αναδημοσίευση.
Ο νόμος 4301/2014 συνδέει την ισχύουσα άδεια ναού ή ευκτήριου οίκου με τεκμήριο γνωστής θρησκείας. Προβλέπει επίσης συγκεκριμένη διαδικασία απόκτησης θρησκευτικής νομικής προσωπικότητας. Πρόκειται για διαφορετικά επίπεδα: άλλο η πίστη, άλλο ο λατρευτικός χώρος και άλλο η νομική οργάνωση του φορέα. Νόμος 4301/2014.
Το 2017 ήταν, επομένως, ουσιαστικό ορόσημο δημόσιας λατρείας. Δεν ήταν η στιγμή κατά την οποία επιτράπηκε για πρώτη φορά σε έναν άνθρωπο να πιστεύει στους αρχαίους θεούς.
Η πίστη και η εκμετάλλευση
Σήμερα, η συζήτηση χρειάζεται να εστιάζει στη συγκεκριμένη συμπεριφορά. Μια συμβολική ανάγνωση καρτών δεν ταυτίζεται αυτομάτως με απάτη. Η απάτη απαιτεί στοιχεία όπως εν γνώσει παραπλάνηση, περιουσιακή βλάβη και σκοπό παράνομου περιουσιακού οφέλους. Ποινικός Κώδικας, άρθρο 386.
Αν κάποιος κατασκευάζει ψευδή περιστατικά για να πείσει έναν άνθρωπο ότι κινδυνεύουν τα παιδιά του και του αποσπά χρήματα για να αποτρέψει μια δήθεν καταστροφή, το ενδιαφέρον μας πρέπει να στραφεί στην εξαπάτηση και στον φόβο που χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης.
Αντίστοιχα, μια αποτυχημένη πρόβλεψη δεν αποδεικνύει από μόνη της εγκληματικό δόλο. Κάθε υπόθεση χρειάζεται στοιχεία. Ούτε η δυσπιστία μας ούτε η πίστη του άλλου υποκαθιστούν την απόδειξη.
Η διάκριση αυτή έχει και ψυχολογικό βάρος. Μπορούμε να προστατεύσουμε έναν ευάλωτο άνθρωπο εξετάζοντας ποιος τον πιέζει, τι του υπόσχεται και πόση ελευθερία επιλογής τού απομένει. Δεν χρειάζεται να ενοχοποιήσουμε συλλογικά μια θρησκευτική παράδοση.
Τι κρατάμε από τη συζήτησή μας
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε μια αδιάσπαστη, κληρονομημένη μνήμη διωγμού για να παρατηρήσουμε πώς λειτουργεί ο κοινωνικός αποκλεισμός. Αρκεί να προσέξουμε τη γλώσσα μας: ποιον αποκαλούμε επικίνδυνο πριν εξετάσουμε τι έκανε; Ποια πίστη θεωρούμε αυτονόητη και ποια απαιτούμε να απολογείται διαρκώς για την ύπαρξή της;
Η ιστορική ακρίβεια μάς προστατεύει από εύκολες εξισώσεις. Η θρησκευτική ελευθερία μάς ζητά να ανεχόμαστε την αμφισβήτηση των δικών μας βεβαιοτήτων. Και η ευθύνη μάς υποχρεώνει να εξετάζουμε πραγματικές βλάβες, ακόμη κι όταν παρουσιάζονται με ιερή ή μεταφυσική γλώσσα.
Μπορούμε να διαφωνούμε με μια πεποίθηση και να υπερασπιζόμαστε τον άνθρωπο που την έχει. Μπορούμε να σεβόμαστε μια τελετή και να ελέγχουμε αυστηρά μια καταγγελία εκμετάλλευσης.
Εκεί κρίνεται η ποιότητα της κοινότητάς μας: στην ικανότητά της να προστατεύει την ελευθερία χωρίς να εγκαταλείπει την ευθύνη.