Όνειρα με όνομα, Εφιάλτες με επώνυμο
Όνειρα με όνομα, Εφιάλτες με επώνυμο
Πριν λίγο καιρό είχα την ευκαιρία να διαβάσω το βιβλίο “Όνειρα με όνομα, Εφιάλτες με επώνυμο” των Κατερίνα Δριτσάκη και Γιάννη Χναράκη! Γοητεύτηκα με την θεματική των 10 διηγημάτων και των ιστοριών που αγκαλιάζουν και θέλησα να τους γνωρίσουμε καλύτερα και να προτείνω να το πιάσετε και εσείς στα χέρια σας.
Πάμε να τους γνωρίσουμε!
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΡΙΤΣΑΚΗ
Ζω και εργάζομαι στην Αθήνα ως γραμματέας σε δικαστήριο εδώ και πολλά χρόνια. Αν και κάνω τη δουλειά μου με ευσυνειδησία, υπήρξε πάντα για μένα ένα καθαρά βιοποριστικό μέσο, χωρίς καμία πραγματική σύνδεση με τη δημιουργική μου πλευρά. Η σχέση μου με το παράδοξο και το ανεξήγητο ξεκινά από πολύ νωρίς, σχεδόν από την παιδική ηλικία, όχι μόνο ως μια φυσική περιέργεια προς το άγνωστο, αλλά και μέσα από εμπειρίες που δύσκολα χωρούν σε λογικές εξηγήσεις και που, με τον τρόπο τους με συνόδευσαν διαχρονικά. Ανέκαθεν έγραφα τέτοιου είδους ιστορίες κυρίως για φίλους, συχνά με έντονα χιουμοριστικά στοιχεία, ίσως γιατί το χιούμορ είναι ένας τρόπος να κοιτάς κατάματα ακόμη και ότι δεν εξηγείται εύκολα. Με τον συν-συγγραφέα του βιβλίου, το Γιάννη Χναράκη, μας συνδέει μια φιλία πολλών ετών, και η συγγραφή αυτών των ιστοριών ξεκίνησε χωρίς καμία πρόθεση έκδοσης αρχικά, αλλά περισσότερο ως μια κοινή δημιουργική ανάγκη και χαρά, που στην πορεία βρήκε τον δρόμο της. Δεν έχω να πω κάτι άλλο για τον εαυτό μου, ίσως μόνο ότι αγαπώ το διάβασμα, την ποίηση, τον κινηματογράφο το θέατρο, και τις μικρές ουσιαστικές στιγμές με ανθρώπους που έχουν σημασία για μένα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΝΑΡΑΚΗΣ
Γεννήθηκα στην Αθήνα μια περίεργη στιγμή, την ώρα που κήδευαν την προγιαγιά μου. Όλοι είπαν τότε «μια ζωή έφυγε, μια νέα ήρθε». Ελπίζω να μην είμαι η μετενσάρκωσή της γιατί, από ό,τι έχω ακούσει, είχε πολλά κουσούρια. Κι αν αυτό φαίνεται αστείο, τότε το ότι πέθανε ο παπάς που με βάφτισε λίγο μετά το μυστήριο, αυτό δείχνει πως μάλλον η πραγματικότητα έχει πολύ παράξενο χιούμορ σε σχέση με τη φαντασία. Και μετά από πολλά χρόνια, ξεκίνησα να γράφω κάποιες ιστορίες παράδοξες, ελαφρά τρομακτικές και ανεξήγητα μεταφυσικές. Για πράγματα τα οποία δεν θα έπρεπε να συμβαίνουν, αλλά συμβαίνουν ούτως ή άλλως. Οποιαδήποτε ομοιότητα με την πραγματικότητα είναι μάλλον… ύποπτη.
- 10 διηγήματα, 10 ιστορίες. Ο αριθμός τυχαίος ή σημαίνει κάτι για εσάς;
Κ.Δ. : Ο αριθμός δεν προέκυψε εξαρχής ως κάποιος συνειδητός συμβολισμός. Οι ιστορίες γράφονταν σταδιακά, χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένος στόχος ή σχέδιο να “κλείσουν” σε έναν αριθμό .Ωστόσο, εκ των υστέρων θα έλεγα ότι το δέκα αποκτά μια δική του αίσθηση πληρότητας. Κάπως σαν ένας κύκλος που ολοκληρώνεται χωρίς απαραίτητα να εξαντλείται. Ίσως γι’ αυτό και μας ταίριαξε τελικά. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που είχε μεγαλύτερη σημασία για εμάς δεν ήταν ο αριθμός, αλλά το ότι κάθε ιστορία στέκεται αυτόνομα σαν ένα μικρό παράθυρο προς κάτι παράξενο, ανεξήγητο ή και απρόσμενα οικείο.
Γ.Χ. : Γενικότερα, δεν πιστεύω ειδικά στους αριθμούς, γι’ αυτό δεν έχω κάποιον τυχερό αριθμό. Αν είχα, τότε θα ήταν το 13 που κάποιες φορές μου έχει σταθεί πολύ τυχερό, όμως το θεωρώ περισσότερο ως τυχαία συγκυρία. Ο αριθμός 10 στο σύνολο των διηγημάτων μας, ήταν καθαρά τυχαίος και συνέπεσε και με τη «μοιρασιά». 3 διηγήματα δικά μου, 3 διηγήματα της Κατερίνας και 4 κοινά. Και εκεί σταματήσαμε καθώς θεωρήσαμε ότι ήταν αρκετά για ένα πρώτο βιβλίο.
- Ποια η σημασία του φόβου και της αμφιβολίας κατά την ροή των ιστοριών; Διαβάζοντας την κάθε ιστορία, συναντάμε ένα ταξίδι, σε αντίθεση με τα κλασικά μοτίβα που πάντα κυριαρχεί το ταξίδι του ήρωα, η προσέγγιση σας ανοίγει άλλα μονοπάτια, πιο βαθιά θα έλεγα.
Κ.Δ. : Ο φόβος και η αμφιβολία δεν λειτουργούν για εμάς ως απλά αφηγηματικά στοιχεία, αλλά ως καταστάσεις που εμφανίζονται όταν η πραγματικότητα αρχίζει να μην είναι απόλυτα σαφής. Εκεί, ο φόβος δεν είναι μόνο αντίδραση, είναι κάτι που ο καθένας μας θα ένιωθε μπροστά σε μια τέτοια κατάσταση, ενώ η αμφιβολία είναι το μόνο σταθερό σημείο που μας ενώνει με τη λογική μας. Πέρα από κάθε κινηματογραφική περιγραφή παρόμοιων καταστάσεων,(που λίγο ή πολύ όλοι μας έχουμε παρακολουθήσει σε σχετικές ταινίες κλπ.), όταν αντιλαμβανόμαστε ότι αυτό που θεωρούμε δεδομένο αρχίζει αργά να χάνει τη σταθερότητά του, σπάνια ακολουθούμε το κλασικό μοτίβο των ηρώων αυτών των ταινιών. Γι’ αυτό κατά τη δημιουργία αυτών των ιστοριών, δεν μας απασχόλησε η γραμμική πορεία προς μια κορύφωση ή λύση, αλλά διαδρομές πιο εσωτερικές, πιο υπόγειες, που σπάνια οδηγούν σε ξεκάθαρες απαντήσεις , (και νομίζω πως όποιος έχει βιώσει μια τέτοια εμπειρία, θα το επιβεβαιώσει).
Γ.Χ. : Σε ένα βιβλίο που η θεματολογία των ιστοριών του έχουν να κάνουν με το μυστήριο, το παράξενο, το παράδοξο και ενίοτε το μεταφυσικό, ο φόβος, η αγωνία, η αμφιβολία, ο τρόμος, η έκπληξη αποτελούν βασικά συστατικά στην αφήγηση. Πόσο μάλλον, όταν τίποτα δεν θεωρείται δεδομένο και ξαφνικά σου τυχαίνει κάτι τόσο αναπάντεχο που σε αφήνει έκπληκτο στην αρχή, μαγκωμένο στη συνέχεια και μουδιασμένο καθ’ όλη την υπόλοιπη πορεία. Το ταξίδι του κάθε πρωταγωνιστή των ιστοριών μας δεν ήταν μια Ιθάκη, καθώς κανείς τους δεν έψαχνε το ο,τιδήποτε. Δεν είχε καν φανταστεί τι θα μπορούσε να του συμβεί. Άρα ο φόβος στην αρχή και η αμφιβολία στη συνέχεια έρχονται αυτόματα όταν το δομημένο σύμπαν που έχει χτίσει ο καθένας για τον εαυτό του και που τον κρατά ασφαλή και ακέραιο έρχεται και ταρακουνιέται συθέμελα, συνειδητοποιώντας ότι τελικά τίποτα δεν είναι ακλόνητο, ιδιαίτερα οι παγιωμένες αντιλήψεις που υιοθετούνται χωρίς κριτική σκέψη ή ψάξιμο.
- Κάθε χαρακτήρας καταφέρνει να διαφοροποιείται έντονα και ενώ υπάρχουν διαφορετικές ιστορίες και θα μπορούσαν να δανειστούν στοιχεία οι εκάστοτε χαρακτήρες, βλέπουμε διαφορές που δημιουργούν μοναδικούς πρωταγωνιστές.
Κ.Δ. : Οι χαρακτήρες μας είναι κατά βάση συνηθισμένοι καθημερινοί άνθρωποι. Δεν ξεκινούν ως ήρωες με την κλασική έννοια, ούτε έχουν κάποια ιδιαίτερη προετοιμασία απέναντι σε αυτό που θα τους συμβεί. Αυτό που τους ενώνει είναι ακριβώς αυτή η απλότητα και η σταθερή αντίληψη περί πραγματικότητας. Όταν βρεθούν αντιμέτωποι με κάτι που δεν μπορούν εύκολα να εξηγήσουν ή να απορρίψουν ως προϊόν φαντασίας, η εμπειρία αυτή γίνεται προσωπική και, συνήθως δύσκολα ανακοινώσιμη. Είναι καταστάσεις που σπάνια εκμυστηρεύεται κανείς, όχι μόνο από φόβο μήπως δεν γίνει πιστευτός, αλλά και επειδή υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χαρακτηριστεί ως γραφικός, υπερβολικός(ή όπως λέγεται σε κάποιες παλιότερες εκφράσεις αλαφροΐσκιωτος.)Αυτή ακριβώς η εσωτερική απομόνωση είναι που διαφοροποιεί και τους χαρακτήρες μεταξύ τους, αφού ο καθένας αντιδρά διαφορετικά σε αυτό που δεν μπορεί να μοιραστεί εύκολα, και έτσι προκύπτουν ξεχωριστές, αυτόνομες διαδρομές μέσα στο ίδιο περίπου ανεξήγητο πλαίσιο.
Γ.Χ. : Θέλαμε, παρόλο που στις ιστορίες μας κυριαρχεί το στοιχείο του παράδοξου και του μυστηρίου, να μην υπάρχουν ομοιότητες στα πρόσωπα και στις καταστάσεις. Τα μυστήρια άλλωστε είναι άπειρα και σε πολλούς, αν όχι σε όλους, κάποια στιγμή στη ζωή τους, έχει συμβεί και κάτι διαφορετικό. Κάτι μυστήριο ή αναπάντεχο. Το σύμπαν είναι τεράστιο και εκτός των άλλων είναι φτιαγμένο από ιστορίες. Έχουν άλλωστε γραφτεί ως τώρα χιλιάδες ιστορίες με παράξενη θεματολογία και σίγουρα θα μπορούσαν να γραφτούν ακόμη περισσότερες. Το μυστήριο και οι εκπλήξεις δεν σταματούν πουθενά.
- Πως αντιλαμβάνεστε τις έννοιες Όνειρο / Εφιάλτης και πως αυτές διαμορφώνουν την πραγματικότητα κατά την γνώμη σας;
Κ.Δ. : Για μένα, το όνειρο και ο εφιάλτης δεν είναι εντελώς ξεχωριστές καταστάσεις από την πραγματικότητα, αλλά τρόποι με τους οποίους η ίδια πραγματικότητα αλλάζει. Πέρα από την επιστημονική ερμηνεία , ότι τα όνειρα δεν είναι παρά ένας μηχανισμός “τακτοποίησης” των σκέψεων και των συναισθημάτων, ο οποίος αντικατοπτρίζει την ψυχική μας κατάσταση, ή μια αντανάκλαση του υποσυνειδήτου μας κλπ.(τις οποίες σαφώς και αποδέχομαι) θεωρώ ότι κάποιες φορές, είναι ένα άνοιγμα προς κάτι πιο ρευστό και διαφορετικό, φιλικό ή τρομακτικό, όπου τα όρια χαλαρώνουν και η λογική δεν έχει τον απόλυτο έλεγχο. Όμως σε κάθε περίπτωση, από την δική μου τουλάχιστον οπτική, αυτό που έχει σημασία ίσως δεν είναι τόσο η ερμηνεία, όσο το αποτύπωμα που μας αφήνουν Αυτή η λεπτή αμφιβολία που μας ακολουθεί και μας δημιουργεί την υποψία , ότι δεν είδαμε απλώς ακόμα ένα όνειρο.
Γ.Χ. : Σαν τις δυο διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος. Ασχέτως κβαντικών ανακαλύψεων και άλλων σύγχρονων επιστημονικών θαυμάτων, έχουμε μάθει να κινούμαστε και να ορίζουμε τα πάντα δυαδικά. Άνδρας-Γυναίκα, Ήλιος-Σελήνη, Καλό-Κακό, Μέρα-Νύχτα, Όνειρο-Εφιάλτης. Είναι το yin-yang που χωρίς το ένα δεν υπάρχει το άλλο. Με τα Όνειρα και τους Εφιάλτες «ταξιδεύουμε» όχι μόνο το βράδι που κοιμόμαστε, αλλά και κατά τη διάρκεια της ημέρας αναλόγως καταστάσεων. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που χρησιμοποιούμε αυτές τις δύο λέξεις στην καθημερινότητα μας πολύ συχνά και για πολλές περιπτώσεις. Και τα Όνειρα αλλά και οι Εφιάλτες έχουν ουσιαστικό αντίκτυπο πάνω μας.
- Πιστεύετε έχετε επηρεαστεί από την καθημερινότητα καθώς διαμορφώνατε τις ιστορίες;
Κ.Δ. : Η καθημερινότητα δεν λειτούργησε απλώς ως βάση, αλλά πολλές φορές ως άμεση αφετηρία για τις ιστορίες. Οι περισσότερες, αν όχι όλες, δεν είναι καθαρά προϊόντα φαντασίας, αλλά περιέχουν στοιχεία από προσωπικά βιώματα, καθώς και περιγραφές από πραγματικά μέρη και υπαρκτές καταστάσεις. Με λίγα λόγια η καθημερινότητα, είναι το σημείο απ΄ όπου ξεκινούν όλες οι ιστορίες και αυτό ήταν και η επιθυμία μας εξ΄ αρχής. Καθώς όλα αυτά που υπαινίσσονται στο βιβλίο μας, αφορούν τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας, χωρίς καμία υπερφυσική ικανότητα , γνώση ή και ενδιαφέρον για τέτοιου είδους αναζητήσεις.
Γ.Χ. : Η φαντασία πολλές φορές τρώει τη σκόνη της πραγματικότητας. Η πραγματικότητα (καθημερινότητα) κρύβει τόσες εκπλήξεις και αναπάντεχα που δεν περιμένει καν κάποιον να κάτσει να σκεφτεί, να φανταστεί, να οραματιστεί. Έρχεται τόσο φορτσάτη και χτυπάει στο δόξα πατρί, που αφήνει κάποιον με το στόμα ανοιχτό να αναρωτιέται: «τι ήταν αυτό που έγινε τώρα;» Μπορώ να πω πως οι πιο ωραίες ιστορίες φαντασίας (όπως και επιστημονικής φαντασίας) που έχω διαβάσει, δεν ήταν κάτι που δημιουργήθηκε απλά από το πουθενά ή από μία άλλου είδους επιφοίτηση, αλλά έχουν τις ρίζες τους σε κάτι υπαρκτό ή σε κάτι που υπονοείται γιατί κανείς δεν είναι απόλυτα έτοιμος να αντικρίσει μια άλλη αλήθεια απ’ αυτή που ήδη ήξερε ως τώρα. Αν έπαιξε λοιπόν ρόλο σε μας και στις ιστορίες μας η καθημερινότητα; Σε πολλά σημεία όλων των ιστοριών, φυσικά. Αλλά αυτό είναι κάτι που δύσκολα θα μοιραστούμε ή θα συζητήσουμε. Αρκεί να μόνο να περάσει όμορφα ο αναγνώστης διαβάζοντάς μας, και οι πιο πολλοί θα καταλάβουν κατά πόσον υπάρχει πυρήνας αλήθειας σε αυτές.
- Υπάρχει κάποια από τις 10 ιστορίες που θα λέγαμε είναι η αγαπημένη σας;
Κ.Δ. : Είναι δύσκολο να ξεχωρίσω μία συγκεκριμένη ιστορία ως αγαπημένη, γιατί καθεμία έχει τη δική της αφετηρία και το δικό της βάρος για εμένα. Ίσως θα έλεγα ότι τα περισσότερα κοινά τα μοιράζομαι με την Εύα Γαληνού, ωστόσο, όλους τους ανθρώπους του βιβλίου μας τους νιώθω κοντά μου, με έναν τρόπο που δυσκολεύομαι να περιγράψω. Αν θα έπρεπε να το πω συνολικά, θα έλεγα ότι η αγάπη δεν αφορά τόσο μια συγκεκριμένη ιστορία, όσο εκείνες τις στιγμές όπου οι χαρακτήρες παύουν να είναι απλώς λέξεις και αποκτούν κάτι από τη δική τους υπόσταση , σχεδόν σαν να συνεχίζουν να υπάρχουν και πέρα από τις σελίδες.
Γ.Χ. : Αν πούμε όχι, όλες είναι το ίδιο αγαπημένες μας, τότε θα λέγαμε ψέματα. Ακόμα και σε μια οικογένεια (ασχέτως αν υπάρχει μια παροιμία που λέει πως όποιο δάχτυλο και αν κόψει κάποιος, ο πόνος θα είναι ο ίδιος) όλο και κάπου θα υπάρχει πιο ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιον. Δεν μπορώ λοιπόν να πω ψέματα, η (πιο) αγαπημένη μου ιστορία του βιβλίου είναι ο Ζαχαρίας Μαυρίδης. Και για να μην μπερδευτεί κάποιος, η κάθε ιστορία του βιβλίου δεν έχει κάποιο τίτλο αλλά το ονοματεπώνυμο του πρωταγωνιστή της. Είτε η πλοκή της είχε να κάνει περισσότερο με Όνειρο είτε με Εφιάλτη.
- Πώς ήταν η εμπειρία της συγγραφής και πόσο οι διαφωνίες που ενδεχομένως να υπήρξαν σας βοήθησαν στην ολοκλήρωση του έργου εν τέλει;
Κ.Δ. : Η εμπειρία της συγγραφής ήταν για εμάς μια διαδικασία σταδιακή και αρκετά ζωντανή. Δεν λειτούργησε ποτέ ως μια αυστηρά οργανωμένη διαδικασία, αλλά περισσότερο ως μια κοινή πορεία μέσα στην οποία οι ιστορίες διαμορφώνονταν σιγά σιγά. Όσο για τις όποιες διαφωνίες, στην πραγματικότητα δεν υπήρξαν με τη στενή έννοια του όρου. Υπήρχε κυρίως ανταλλαγή απόψεων, ιδεών και διαφορετικών οπτικών, κάτι που θεωρώ ότι βοήθησε στο να εμπλουτιστεί κάθε ιστορία χωρίς να δημιουργούνται συγκρούσεις. Και Ίσως αυτό να ήταν και το πιο ουσιαστικό στοιχείο της συνεργασίας: το ότι μέσα από αυτή τη συνεχή ανταλλαγή προέκυψε ένα αποτέλεσμα που δεν θα μπορούσε να έχει την ίδια μορφή αν ήταν προϊόν μιας μόνο φωνής. Σε κάθε περίπτωση, το απολαύσαμε ιδιαίτερα, ήταν μια πολύ όμορφη και δημιουργική περίοδος, που σχεδόν μας λείπει τώρα που έχει ολοκληρωθεί.
Γ.Χ. : Στην αρχή δεν είχαμε καν σκεφτεί ότι αυτές οι ιστορίες που γράφουμε θα γίνονταν ένα μελλοντικό βιβλίο. Δεν μας είχε περάσει καν από το μυαλό γιατί (έχοντας δημιουργήσει μια δική μας ομάδα στο Facebook) μπαίναμε καθημερινά και μοιραζόμασταν ιδέες γράφοντας απλά μικρά κείμενα. Από εκεί και πέρα σκεφτήκαμε πως θα θέλαμε αυτές οι μικρές (στην αρχή) ιστορίες θα ήταν καλό να μεγαλώσουν και να γίνουν ολοκληρωμένες. Μας άρεσε η θεματολογία και αν κάτι θεωρείται επίσης παράδοξο είναι ότι πολλές φορές, πριν κάποιος προλάβει να γράψει κάτι το είχε ήδη συμπληρώσει ο άλλος, λες και ήταν ένας κοινός νους με δυο διαφορετικά χέρια που όμως δημιουργούσαν το ίδιο αποτέλεσμα. Κάποιες φορές είχαμε φτάσει και στο σημείο να γελάμε καθώς η ατάκα του δεύτερου ερχόταν και συμπλήρωνε τη μισο-ειπωμένη ατάκα του πρώτου. Φαντάζομαι είναι πολύ δύσκολο δυο άνθρωποι να γράφουν μια ιστορία όταν χρησιμοποιούν διαφορετικά το λόγο, τη σύνταξη, την αφήγηση. Σε μας το παράξενο ήταν πως αν διαβάσει κάποιος τις κοινές μας ιστορίες θα νομίζει ότι την έγραψε ένας άνθρωπος. Κι όμως, ταιριάξαμε τόσο πολύ που ακόμα και σε μας φαίνονταν απίστευτες οι ομοιότητες τρόπου σκέψης και της αποτύπωσης αυτής σε χαρτί.
- Ποια είναι τα επόμενα πλάνα σας;
Κ.Δ. : Αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι απόλυτα συγκεκριμένο ή προκαθορισμένο ως επόμενο βήμα. Περισσότερο μας ενδιαφέρει να αφήσουμε χώρο για νέες ιδέες να ωριμάσουν με τον ίδιο φυσικό τρόπο που προέκυψε και το πρώτο βιβλίο. Σίγουρα η εμπειρία αυτής της συνεργασίας μάς έχει δώσει την επιθυμία να συνεχίσουμε να γράφουμε, και είναι πολύ πιθανό στο μέλλον να υπάρξει μια αντίστοιχη συνέχεια ή ένα νέο σύνολο ιστοριών, χωρίς όμως να υπάρχει κάτι έτοιμο ή ανακοινώσιμο αυτή τη στιγμή. Προτιμούμε να δούμε πού θα μας οδηγήσει η ίδια η ανάγκη για αφήγηση και οι ιστορίες που ενδεχομένως θα προκύψουν. Αν κάτι είναι βέβαιο, είναι ότι η διαδικασία αυτή δεν έχει τελειώσει για εμάς.
Γ.Χ. : Όπως και σ’ αυτό το βιβλίο μας, «Όνειρα με Όνομα – Εφιάλτες με Επώνυμο», τίποτα δεν ήταν δεδομένο ή προγραμματισμένο, έτσι συνεχίζουμε. Δεν φανταζόμαστε, δεν προδιαγράφουμε. Αφήνουμε το πράγμα να έρθει μόνο του. Κι αν συγκεντρωθεί νέο υλικό, κανείς δεν ξέρει… Από τη στιγμή που η συγγραφή δεν αποτελεί για μας βιοποριστικό μέσο, αφηνόμαστε στη χαρά της δημιουργίας. Και όταν κάτι είναι να έρθει, θα έρθει από μόνο του. Γιατί θα είναι το ίδιο έτοιμο όπως το πρώτο, που δεν είχαμε καν στόχο να εκδοθεί, αλλά είπαμε: Το σύμπαν είναι φτιαγμένο από ιστορίες, και οι ιστορίες έχουν περισσότερη δύναμη από μόνες τους ασχέτων των δικών μας «θέλω».
Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από τις εκδόσεις Άλλωστε εδώ
