Η Ιέρεια του άλσους
Η Ιέρεια του άλσους
- by Μαρία Διαμαντή
- 29 Ιουνίου, 2026
- 0 comments
Στην άκρη ενός αρχαίου δάσους,
εκεί όπου οι πέτρες ήταν πιο παλιές
από τις μνήμες των ανθρώπων,
υπήρχε ένα χωριό χτισμένο
γύρω από έναν κύκλο από βελανιδιές.
Οι κάτοικοί του, δεν λάτρευαν βασιλιάδες ούτε έγραφαν νόμους σε χαρτί.
Ζούσαν σύμφωνα με τις εποχές,
με τη βροχή, με τη σελήνη
και με τις φωτιές που άναβαν στα υψώματα, όταν άλλαζε ο χρόνος.
Κάθε άνοιξη, γυναίκες και άντρες ανέβαιναν στο βουνό πριν χαράξει.
Άφηναν γάλα στις ρίζες των δέντρων
και μέλι στις πέτρες των πηγών, πιστεύοντας πως κάθε τόπος, είχε πνεύμα
και κάθε πνεύμα, απαιτούσε σεβασμό.
Τα παιδιά μάθαιναν να αναγνωρίζουν
τους ανέμους πριν μάθουν να μετρούν.
Οι γέροντες δίδασκαν πως η γη,
δεν ανήκε στους ανθρώπους,
αλλά πώς οι άνθρωποι ανήκαν στη γη.
Στο κέντρο του δάσους
υπήρχε ένας ναός, χωρίς τοίχους.
Τέσσερις όρθιοι λίθοι κοιτούσαν
προς τα σημεία του ορίζοντα
και ανάμεσά τους έκαιγε αιώνια φωτιά.
Εκεί εμφανιζόταν κάθε ηλιοστάσιο,
η Ιέρεια του Άλσους,
ντυμένη με δέρματα ελαφιού
και στεφάνι από κισσό.
Το πρόσωπό της ήταν βαμμένο
με στάχτη και ώχρα,
σαν να κουβαλούσε πάνω της,
το χώμα και τη νύχτα μαζί.
Οι τελετές τους δεν ζητούσαν συγχώρεση ούτε υπόσχονταν άλλη ζωή.
Ήταν ύμνοι στη γονιμότητα, στη φθορά
και στην επιστροφή των πάντων
στον κύκλο.
Όταν γεννιόταν κάποιο παιδί,
το βουτούσαν στο νερό της πηγής
για να το γνωρίσουν τα πνεύματα
του τόπου.
Όταν κάποιος πέθαινε, το σώμα του καιγόταν κάτω από τις βελανιδιές
ώστε ο καπνός να ανέβει στον ουρανό
και οι στάχτες να γίνουν ξανά χώμα.
Ένα φθινόπωρο, μετά από πολλές άκαρπες σοδειές,
το χωριό βυθίστηκε στον φόβο.
Τα ζώα λιγόστεψαν, τα ποτάμια χαμήλωσαν
και τα πουλιά έφυγαν νωρίς, προς τον νότο.
Οι γέροντες είπαν πως το δάσος είχε θυμώσει.
Η Ιέρεια τότε, ανέβηκε μόνη στην κορυφή του βουνού
κατά τη νύχτα της μεγαλύτερης πανσελήνου.
Ο άνεμος λυσσομανούσε ανάμεσα στα έλατα
και το φεγγάρι έκανε τις πέτρες να μοιάζουν ασημένιες.

Εκεί, μπροστά σε έναν αρχαίο βωμό σκεπασμένο με βρύα,
πρόσφερε ό,τι πολυτιμότερο είχε: το χρυσό δρεπάνι που περνούσε
από γενιά σε γενιά στους φύλακες του δάσους.
Το άφησε πάνω στην πέτρα και γονάτισε ώσπου το ξημέρωμα
έβαψε κόκκινο τον ουρανό.
Την επόμενη μέρα άρχισε να βρέχει…..
Η βροχή κράτησε επτά ημέρες και επτά νύχτες.
Τα χωράφια ήπιαν νερό, τα ζώα επέστρεψαν
και οι άνθρωποι ξανάναψαν τις φωτιές τους με τραγούδια και χορούς
γύρω από τους κορμούς των δέντρων.
Από τότε κανείς στο χωριό δεν ξαναπήρε κάτι από το δάσος
χωρίς να αφήσει πρώτα μια προσφορά.
Και μέσα στους αιώνες, όταν οι παλιοί θεοί ξεχάστηκαν και νέες πίστεις υψώθηκαν πάνω σε πέτρινους ναούς, το δάσος παρέμεινε εκεί.
Οι βελανιδιές συνέχισαν να μεγαλώνουν αργά,
οι πηγές να ψιθυρίζουν κάτω από τη γη
και οι φωτιές να ανάβουν κρυφά τις νύχτες των ηλιοστασίων,
σαν ανάσες ενός κόσμου που δεν πέθανε ποτέ ολοκληρωτικά.