Preloader
Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Pagan Voice

🕒 |
Τι αναζητάτε;
×

Newsletter Pagan Voice

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα άρθρα, συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, σεμινάρια και επιλεγμένο περιεχόμενο.

Η Θεά που ντύσαμε Αρχαία

Υπάρχουν ιδέες που επαναλαμβάνονται τόσο συχνά, ώστε κάποια στιγμή σταματάμε να αναρωτιόμαστε από πού προήλθαν. Δεν τις εξετάζουμε πλέον ως υποθέσεις, ερμηνείες ή θεολογικές θέσεις· τις αντιμετωπίζουμε ως δεδομένα. Μία από τις ισχυρότερες τέτοιες ιδέες στον σύγχρονο Παγανισμό και ιδιαίτερα στους χώρους που επηρεάστηκαν από τη Wicca είναι ότι πίσω από τις πολυάριθμες θεές της αρχαιότητας βρίσκεται μία αρχέγονη Μεγάλη Θεά: η Μητέρα, η Γη, η Σελήνη, η γεννήτρια της ζωής, εκείνη που λατρευόταν ήδη από τους πρώτους ανθρώπους και επέζησε μέσα στους αιώνες αλλάζοντας ονόματα και πρόσωπα.

Η αφήγηση είναι πανίσχυρη. Είναι επίσης βαθιά γοητευτική. Μας προσφέρει μια ενιαία γραμμή που ξεκινά από τις παλαιολιθικές μορφές, περνά από τη Νεολιθική εποχή, φτάνει στην Ινάννα και την Ιστάρ, στην Αστάρτη, στην Ίσιδα, στην Κυβέλη, στη Δήμητρα και καταλήγει στη Θεά του σύγχρονου Παγανισμού. Μέσα σε μία μόνο εικόνα, δεκάδες χιλιάδες χρόνια ανθρώπινης θρησκευτικότητας φαίνεται να αποκτούν συνοχή. Υπάρχει όμως ένα σοβαρό πρόβλημα: αυτή η συνέχεια δεν είναι κάτι που μας παραδίδει καθαρά η Ιστορία. Είναι, σε μεγάλο βαθμό, κάτι που εμείς κατασκευάσαμε κοιτάζοντας προς τα πίσω.

Και ίσως ήρθε η στιγμή να αναρωτηθούμε εάν πραγματικά χρειαζόμαστε αυτή την ψευδαίσθηση.

Όταν ένα γυναικείο σώμα έγινε «Θεά»

Ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της αφήγησης περί πανάρχαιας Μεγάλης Θεάς υπήρξαν τα προϊστορικά γυναικεία ειδώλια. Οι περίφημες παλαιολιθικές «Αφροδίτες», αλλά και τα πολυάριθμα νεολιθικά ειδώλια με έντονα γυναικεία χαρακτηριστικά, ερμηνεύθηκαν συχνά ως εικόνες θεοτήτων της γονιμότητας, της μητρότητας ή μιας Μεγάλης Μητέρας. Από εκεί ήταν εύκολο να γίνει το επόμενο βήμα: εφόσον παρόμοιες μορφές εμφανίζονται σε διαφορετικές εποχές και περιοχές, ίσως όλες αποτελούν εκφράσεις μιας κοινής προϊστορικής Θεάς.

Μόνο που το αρχαιολογικό εύρημα δεν συνοδεύεται από λεζάντα.

Δεν γνωρίζουμε ότι κάθε γυναικείο προϊστορικό ειδώλιο απεικονίζει θεότητα. Δεν γνωρίζουμε ότι σχετίζεται με τη γονιμότητα επειδή διαθέτει στήθος, κοιλιά ή αιδοίο. Δεν γνωρίζουμε ότι δύο μορφές που μοιάζουν μορφολογικά είχαν την ίδια χρήση, ούτε ότι άνθρωποι που έζησαν σε διαφορετικούς τόπους και διαφορετικές χιλιετίες απέδιδαν σε αυτές το ίδιο νόημα. Η σύγχρονη αρχαιολογία αντιμετωπίζει πλέον πολύ μεγαλύτερο φάσμα πιθανών λειτουργιών για τα ειδώλια: θεότητες είναι μία πιθανότητα, αλλά έχουν προταθεί επίσης αναπαραστάσεις ανθρώπων, αναθήματα, φυλακτά, διδακτικά αντικείμενα και άλλες χρήσεις.

Το Çatalhöyük αποτελεί ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του πόσο εύκολα η ερμηνεία μπορεί να μετατραπεί σε «γεγονός». Ο James Mellaart συνέδεσε τα γνωστά γυναικεία ειδώλια του οικισμού με τη λατρεία μιας Μητέρας Θεάς. Μεταγενέστερες ανασκαφές και μελέτες, όμως, αποκάλυψαν πολύ πιο σύνθετη εικόνα, με ανδρικές και ζωικές μορφές και με διαφορετικά συμφραζόμενα για τα ειδώλια. Η ίδια η ερευνητική ομάδα του Çatalhöyük παρουσιάζει σήμερα την παλαιότερη θεωρία της «Mother Goddess» ως ερμηνεία που έχει αμφισβητηθεί σημαντικά από τα νεότερα δεδομένα.

Κι όμως, έξω από την αρχαιολογία, η παλιά εικόνα εξακολουθεί να κυκλοφορεί σχεδόν ανέγγιχτη. Η υπόθεση έγινε αφήγηση, η αφήγηση έγινε πεποίθηση και η πεποίθηση, μέσω της συνεχούς επανάληψης, απέκτησε την όψη ιστορικής βεβαιότητας.

Η «πανάρχαια» ιδέα που έχει νεότερη ιστορία

Η αντίληψη μιας αρχέγονης μητροκεντρικής φάσης της ανθρωπότητας δεν έφτασε αυτούσια σε εμάς από τη Νεολιθική εποχή. Έχει τη δική της, πολύ νεότερη, διανοητική ιστορία. Ένας σημαντικός σταθμός βρίσκεται στον 19ο αιώνα, όταν ο Johann Jakob Bachofen δημοσίευσε το 1861 το Das Mutterrecht, επιχειρώντας να ανασυνθέσει μορφές «μητρικού δικαίου» και γυναικοκρατίας στον αρχαίο κόσμο. Το ίδιο το έργο αποτελεί προϊόν των ανθρωπολογικών και εξελικτικών αντιλήψεων της εποχής του και όχι αποκάλυψη μιας αδιάσπαστης προϊστορικής παράδοσης.

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, διαφορετικές θεωρίες γύρω από τη μητριαρχία, τη γονιμότητα, την πρωτόγονη θρησκεία και τις αρχέγονες μορφές του θείου άρχισαν να συναντιούνται. Στον 20ό αιώνα η εικόνα απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη δύναμη μέσα από την ψυχολογία των αρχετύπων, τη συγκριτική μυθολογία και τη λογοτεχνία. Ο Robert Graves, με τη White Goddess του 1948, δημιούργησε μια εξαιρετικά επιδραστική σύνθεση γύρω από μια Θεά της γέννησης, του έρωτα και του θανάτου, την οποία αντιλαμβανόταν πίσω από πλήθος διαφορετικών μορφών. Η σύγχρονη έρευνα πάνω στο έργο του επισημαίνει ακριβώς αυτή την ιδιόμορφη συνύπαρξη μυθολογίας, δημιουργικής σύνθεσης και αξίωσης ιστορικής ανακατασκευής.

Αργότερα η Marija Gimbutas θα έδινε στην ιδέα εντυπωσιακό αρχαιολογικό εύρος. Στο The Language of the Goddess παρουσίασε χιλιάδες αντικείμενα και σύμβολα μέσα σε ένα ερμηνευτικό πλαίσιο μιας θεοκεντρικής —και ειδικότερα γυναικοκεντρικής— «Παλαιάς Ευρώπης». Η συμβολή της Gimbutas στην αρχαιολογία δεν πρέπει να διαγράφεται επειδή συγκεκριμένες ερμηνείες της αμφισβητήθηκαν· ακόμη και σύγχρονες ακαδημαϊκές επανεκτιμήσεις επισημαίνουν ότι η πρόσληψη του έργου της είναι πιο σύνθετη από μια απλή αντιπαράθεση «σωστού» και «λάθους». Ωστόσο, η γενίκευση των γυναικείων ειδωλίων σε αποδείξεις μιας ευρείας λατρείας της Θεάς παραμένει ένα από τα πλέον αμφισβητούμενα σημεία αυτής της κληρονομιάς.

Αυτό αλλάζει ριζικά την εικόνα. Δεν έχουμε μια ξεκάθαρη προϊστορική διδασκαλία περί Μεγάλης Θεάς που διατηρήθηκε επί χιλιετίες και τελικά ανακαλύφθηκε από τους σύγχρονους μελετητές. Έχουμε αρχαίο υλικό —πλούσιο, συναρπαστικό και συχνά αινιγματικό— το οποίο νεότεροι άνθρωποι προσπάθησαν να οργανώσουν σε ένα ενιαίο ερμηνευτικό σύστημα.

Και τα δύο πράγματα δεν είναι το ίδιο.

Ίσιδα, Κυβέλη, Ινάννα, Δήμητρα: όχι απλώς διαφορετικά ονόματα

Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες απώλειες που προκαλεί η ιδέα της μίας παγκόσμιας Θεάς. Στην προσπάθειά μας να ενώσουμε τις θεές, κινδυνεύουμε να πάψουμε να τις ακούμε.

Η Ινάννα δεν είναι απλώς «η Μεγάλη Θεά των Σουμερίων». Η Ίσιδα δεν είναι απλώς η αιγυπτιακή εκδοχή της ίδιας Μητέρας. Η Κυβέλη δεν αποτελεί απλώς ακόμη μία μορφή ενός παγκόσμιου θηλυκού αρχετύπου, όπως ούτε η Δήμητρα μπορεί να περιοριστεί σε μια ελληνική μάσκα της ίδιας προϊστορικής θεότητας. Καθεμία υπάρχει μέσα σε διαφορετικό πολιτισμικό σύστημα, διαφορετική κοσμολογία, διαφορετική τελετουργική ζωή, διαφορετικές κοινωνικές σχέσεις και διαφορετικό μυθολογικό κόσμο.

Ο ιστορικός Ronald Hutton επισημαίνει μάλιστα ότι στον αρχαίο παγανιστικό κόσμο οι θεές συνδέονταν με ένα εξαιρετικά ευρύ φάσμα λειτουργιών — πόλεις, δικαιοσύνη, πόλεμο, τέχνες, οικιακή εστία, γεωργία, έρωτα, γνώση — και ότι κατά κανόνα οι αρχαίοι τις αντιμετώπιζαν ως διακριτές θεϊκές προσωπικότητες. Η ιδέα μιας θεότητας που περιλαμβάνει ουσιαστικά όλες τις άλλες εμφανίζεται βέβαια σε αρχαίες πηγές, αλλά δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη μιας καθολικής και αδιάσπαστης θρησκείας της Μεγάλης Θεάς.

Όταν λοιπόν ξεκινάμε ήδη πεπεισμένοι ότι «όλες οι Θεές είναι μία Θεά», υπάρχει ο κίνδυνος να μη μελετάμε πλέον τις αρχαίες θεότητες. Αναζητούμε σε αυτές την επιβεβαίωση αυτού που πιστεύαμε πριν ακόμη τις συναντήσουμε.

Και τότε η σύνθεση δεν οδηγεί στη γνώση. Οδηγεί στην ψευδαίσθηση της γνώσης.

Η ψευδαίσθηση είναι πιο εύκολη από την αβεβαιότητα

Υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο αυτές οι αφηγήσεις είναι τόσο ανθεκτικές. Η αβεβαιότητα είναι δύσκολη. Είναι πολύ λιγότερο ικανοποιητικό να κοιτάζουμε ένα ειδώλιο δέκα χιλιάδων ετών και να λέμε «δεν γνωρίζουμε» από το να το κοιτάζουμε και να αναφωνούμε «η Θεά».

Το «δεν γνωρίζω» όμως δεν αποτελεί αποτυχία της γνώσης. Αποτελεί μία από τις πιο έντιμες μορφές της.

Όταν καλύπτουμε τα κενά των πηγών με όσα θα θέλαμε να έχουν συμβεί, δεν αποκαθιστούμε ένα χαμένο παρελθόν. Δημιουργούμε ένα παρελθόν που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του παρόντος μας. Και όταν αυτή η κατασκευή επαναλαμβάνεται από βιβλίο σε βιβλίο, από δάσκαλο σε μαθητή και από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα χωρίς την αρχική επιφύλαξη, κάποια στιγμή αποκτά κύρος επειδή ακριβώς είναι παντού. Δεν αποδεικνύεται πλέον· αναπαράγεται.

Εδώ βρίσκεται και η πραγματική πνευματική παγίδα. Μια ψευδαίσθηση μπορεί να είναι εξαιρετικά όμορφη. Μπορεί να μας συγκινεί, να δημιουργεί αίσθηση συνέχειας, να μας προσφέρει ταυτότητα και ακόμη να παράγει γνήσια θρησκευτικά βιώματα. Τίποτε από αυτά, όμως, δεν τη μετατρέπει αυτομάτως σε ιστορικό γεγονός.

Η ένταση ενός βιώματος δεν αποτελεί αρχαιολογική απόδειξη.

Μύθος δεν σημαίνει ψέμα

Αυτό το σημείο χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε να αντικαταστήσουμε μία υπεραπλούστευση με μία άλλη. Το γεγονός ότι δεν μπορούμε να τεκμηριώσουμε μια ενιαία, παγκόσμια και αδιάσπαστη λατρεία της Μεγάλης Θεάς από την Παλαιολιθική εποχή μέχρι σήμερα δεν σημαίνει ότι «η Μεγάλη Θεά είναι ψεύτικη».

Σημαίνει ότι πρέπει να διακρίνουμε διαφορετικά επίπεδα αλήθειας.

Ένα αρχέτυπο δεν είναι αρχαιολογικό εύρημα. Ένας θρησκευτικός μύθος δεν είναι ιστορικό χρονικό. Μια θεολογική σύνθεση δεν είναι απαραίτητα ανακατασκευή μιας εξαφανισμένης θρησκείας. Και μια σύγχρονη θρησκευτική εμπειρία δεν χρειάζεται να έχει ηλικία δέκα χιλιάδων ετών για να είναι ουσιαστική για εκείνον που τη βιώνει.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στον μύθο και την ψευδοϊστορία. Ο μύθος μπορεί να γνωρίζει ότι είναι μύθος και παρ’ όλα αυτά να μεταφέρει βαθιά νοήματα για τον άνθρωπο, τη φύση, τον θάνατο, τη γέννηση, τη σεξουαλικότητα, τον χρόνο και το Ιερό. Η ψευδοϊστορία αρχίζει όταν απαιτούμε από τον μύθο να φορέσει την ενδυμασία του ιστορικού γεγονότος ώστε να του προσδώσουμε μεγαλύτερο κύρος.

Δεν χρειάζεται.

Και τότε φτάνουμε στη Wicca

Η Wicca είναι σύγχρονη θρησκεία. Η δημόσια εμφάνισή της συνδέεται καθοριστικά με τον Gerald Gardner και τη Βρετανία των μέσων του 20ού αιώνα· ο Gardner παρουσίασε δημόσια τη θρησκεία του κατά τη δεκαετία του 1950 και στο Witchcraft Today του 1954 χρησιμοποίησε τον όρο «Wica», από τον οποίο καθιερώθηκε αργότερα η σημερινή ονομασία. Η ιστορική έρευνα έχει εξετάσει εκτενώς τόσο τις παλαιότερες πηγές που τροφοδότησαν τη Wicca όσο και τους ισχυρισμούς περί επιβίωσης μιας αρχαίας μυστικής θρησκείας.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο θρησκεία.

Κι όμως, ένα μέρος του σύγχρονου Παγανισμού φαίνεται να αισθάνεται ακόμη την ανάγκη να αποδείξει ότι όσα πράττει σήμερα είναι έγκυρα επειδή τα έπρατταν άνθρωποι πριν από χιλιάδες χρόνια. Σαν η νεότητα μιας παράδοσης να αποτελεί ελάττωμα. Σαν η ανθρώπινη δημιουργία νέων τελετουργιών, συμβόλων και θεολογιών να είναι κάτι για το οποίο πρέπει να απολογηθούμε.

Αυτή η ανάγκη είναι ίσως η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από όλες.

Η Wicca δεν χρειάζεται να είναι η κρυφή επιβίωση μιας παλαιολιθικής θρησκείας για να διαθέτει πνευματικό βάθος. Η Θεά της δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι λατρευόταν πριν από τριάντα χιλιάδες χρόνια για να αποτελεί σήμερα ισχυρό θρησκευτικό σύμβολο. Ούτε ο σύγχρονος Παγανισμός χρειάζεται πλαστούς τίτλους αρχαιότητας για να δικαιούται να υπάρχει.

Αντίθετα, η αποδοχή της πραγματικής ιστορίας του μπορεί να αποτελεί ένδειξη ωριμότητας.

Από την ιστορική Θεά στο αρχέτυπο της Θεάς

Και εδώ μπορούμε επιτέλους να επιστρέψουμε στο αρχέτυπο χωρίς να του ζητάμε να γίνει κάτι που δεν είναι.

Η Μεγάλη Θεά μπορεί να λειτουργεί ως σύγχρονο αρχέτυπο μέσα από το οποίο ο άνθρωπος συναντά τη γέννηση και τον θάνατο, τη δημιουργία και την καταστροφή, τη φύση, τη σωματικότητα, τη μητρότητα, τη σεξουαλικότητα, τη δύναμη, τη σοφία και το μυστήριο. Μπορεί να αποτελεί θεολογική πραγματικότητα για έναν πιστό, ψυχολογικό σύμβολο για κάποιον άλλο και ποιητική ή φιλοσοφική σύνθεση για έναν τρίτο. Καμία από αυτές τις προσεγγίσεις δεν χρειάζεται να προσποιηθεί ότι αποτελεί αποδεδειγμένη περιγραφή της παλαιολιθικής θρησκείας.

Αυτό μάλιστα μας επιτρέπει να κάνουμε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον: να παρακολουθήσουμε πώς διαφορετικές εικόνες του θηλυκού θείου εμφανίζονται, εξαφανίζονται, μεταμορφώνονται και επανανοηματοδοτούνται μέσα στην ανθρώπινη ιστορία, χωρίς να τις πιέζουμε όλες μέσα στο ίδιο καλούπι.

Τότε η Ινάννα μπορεί να είναι Ινάννα.

Η Ίσιδα μπορεί να είναι Ίσιδα.

Η Δήμητρα μπορεί να είναι Δήμητρα.

Και η Θεά της Wicca μπορεί να είναι η Θεά της Wicca.

Δεν χρειάζεται η μία να μεταμφιεστεί στην άλλη για να αποκτήσει αξία.

Η αρχαιότητα δεν είναι πιστοποιητικό αλήθειας

Ίσως πίσω από όλη αυτή τη συζήτηση βρίσκεται μια ακόμη βαθύτερη προκατάληψη: ότι το παλιότερο είναι αναγκαστικά αυθεντικότερο. Αναζητούμε την πρώτη μορφή, την αρχική θρησκεία, την πρωταρχική Θεά, σαν κάπου στην αρχή της ανθρώπινης ιστορίας να υπάρχει μια καθαρή αλήθεια την οποία οι μεταγενέστεροι πολιτισμοί διέσπασαν σε κομμάτια.

Αλλά γιατί;

Γιατί μια ιδέα που δημιουργήθηκε πριν από δέκα χιλιάδες χρόνια θα πρέπει να είναι πνευματικά αληθέστερη από μια ιδέα που διαμορφώθηκε πριν από εκατό; Η ηλικία μιας πεποίθησης μας πληροφορεί για την ιστορία της, όχι για την αλήθεια της. Η αρχαιότητα δεν αποτελεί πιστοποιητικό εγκυρότητας και η νεωτερικότητα δεν αποτελεί απόδειξη πλαστότητας.

Αντίθετα, η εμμονή με την αρχαιότητα μπορεί να μας εμποδίσει να δούμε κάτι πολύ πιο σημαντικό: ότι οι θρησκείες πάντοτε δημιουργούν, συνθέτουν, δανείζονται, μεταμορφώνουν και επανερμηνεύουν. Η ανθρώπινη σχέση με το Ιερό δεν βρίσκεται παγωμένη σε κάποια χαμένη Χρυσή Εποχή. Συνεχίζει να παράγεται.

Και ίσως η σύγχρονη Μεγάλη Θεά να είναι ενδιαφέρουσα ακριβώς γι’ αυτό.

Να γκρεμίσουμε την ψευδαίσθηση, όχι τη Θεά

Η αμφισβήτηση της πανάρχαιας Μεγάλης Θεάς μπορεί αρχικά να μοιάζει με απώλεια. Χάνεται μια όμορφη ιστορία: κάποτε υπήρχε ένας κόσμος που τιμούσε το θηλυκό Ιερό, μια αρχέγονη Θεά βρισκόταν στην καρδιά της ανθρώπινης θρησκευτικότητας και, παρά τις χιλιετίες λήθης και καταπίεσης, το νήμα της επέζησε μέχρι εμάς.

Όμως η απώλεια της βεβαιότητας δεν είναι απώλεια του μυστηρίου.

Είναι πιθανώς η αρχή του.

Γιατί μόλις εγκαταλείψουμε την ανάγκη να αποδείξουμε όσα θέλουμε να πιστεύουμε, μπορούμε επιτέλους να κοιτάξουμε τα πράγματα όπως είναι. Να πλησιάσουμε τους αρχαίους πολιτισμούς χωρίς να απαιτούμε να επιβεβαιώσουν τη δική μας κοσμοθεωρία. Να αναγνωρίσουμε τις θεές τους ως σύνθετες και διαφορετικές υπάρξεις και όχι ως κομμάτια ενός παζλ που εμείς σχεδιάσαμε εκ των υστέρων. Να αποδεχτούμε τα όρια της γνώσης μας. Και ταυτόχρονα να επιτρέψουμε στη δική μας θρησκευτικότητα να σταθεί στα πόδια της χωρίς να χρειάζεται να πλαστογραφήσει το γενεαλογικό της δέντρο.

Γιατί υπάρχει μια παράξενη ειρωνεία στην προσπάθεια να αποδείξουμε ότι η Μεγάλη Θεά ήταν πάντοτε εκεί: μπορεί να είμαστε τόσο απασχολημένοι αναζητώντας την στο παρελθόν, ώστε να μην αντιλαμβανόμαστε τι σημαίνει για εμάς στο παρόν.

Η ουσιαστική αναζήτηση δεν χρειάζεται βεβαιότητες εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία. Δεν χρειάζεται να ονομάσει κάθε γυναικείο ειδώλιο «Θεά», κάθε αρχαία θεότητα «Μητέρα» και κάθε ομοιότητα «επιβίωση». Αν η πνευματικότητά μας δεν αντέχει τη φράση «δεν γνωρίζουμε», τότε ίσως αυτό που προστατεύουμε δεν είναι η γνώση αλλά την ανάγκη μας να αισθανόμαστε βέβαιοι.

Η αμφιβολία δεν είναι εχθρός της πνευματικής αναζήτησης. Μπορεί να είναι μία από τις σημαντικότερες μυήσεις της.

Και ίσως, τελικά, για να συναντήσουμε πραγματικά τη Μεγάλη Θεά, χρειάζεται πρώτα να σταματήσουμε να την αναζητούμε εκεί όπου εμείς αποφασίσαμε ότι όφειλε να υπάρχει.

Όχι για να γκρεμίσουμε τη Θεά.

Αλλά για να γκρεμίσουμε την ψευδαίσθηση που βάλαμε στη θέση της.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *