Preloader
Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Pagan Voice

🕒 |
Τι αναζητάτε;
×

Newsletter Pagan Voice

Εγγραφείτε για να λαμβάνετε νέα άρθρα, συνεντεύξεις, εκδηλώσεις, σεμινάρια και επιλεγμένο περιεχόμενο.

Στην άκρη ενός δάσους που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη,
εκεί όπου τα πεύκα έσταζαν ρετσίνι σαν μαύρο αίμα και οι λίμνες
δεν καθρέφτιζαν ποτέ τον ουρανό, ζούσε ένας λαός που δεν μετρούσε τον χρόνο με ήλιους αλλά με φεγγάρια.
Κάθε πανσέληνος χάραζε ένα σημάδι πάνω στις πέτρες του ιερού τους·
κάθε έκλειψη αφαιρούσε ένα όνομα από τη μνήμη των γερόντων.

Πίστευαν πως το φεγγάρι δεν ήταν ουράνιο σώμα αλλά ζωντανή θεότητα,
δεμένη με ασημένιες ρίζες πάνω από τη γη.
Όσο ανέβαινε στον ουρανό, τα δάση άνθιζαν και τα ζώα γεννούσαν.
Όταν όμως απομακρυνόταν, οι ποταμοί στένευαν
και τα μωρά γεννιούνταν χωρίς σκιά.

Στο κέντρο του δάσους στεκόταν ένας πέτρινος κύκλος
παλαιότερος από τη γλώσσα των ανθρώπων.
Οι μονόλιθοι ήταν χαραγμένοι με μορφές από λύκους, ελάφια
και ανθρώπους χωρίς πρόσωπο.
Κάτω από αυτούς κοιμόταν μια φωτιά που δεν έσβηνε ποτέ,
μόνο ανέπνεε μέσα στη γη.

Εκεί μεγάλωσε η Άρδη, κόρη γυναίκας που πέθανε στη γέννα
και άντρα που χάθηκε κυνηγώντας λευκό ελάφι μέσα στην ομίχλη.
Οι γριές έλεγαν πως το παιδί γεννήθηκε χωρίς κλάμα
και πως τα μάτια της άνοιξαν πριν κοπεί ο ομφάλιος λώρος.
Από μικρή περπατούσε μόνη στο δάσος τη νύχτα, χωρίς λύχνο, χωρίς φόβο.
Τα ζώα δεν την πλησίαζαν ούτε την απέφευγαν· μόνο την παρακολουθούσαν.

Όταν ήρθε ο χειμώνας της έβδομης μεγάλης παγωνιάς,
το φεγγάρι άρχισε να μικραίνει περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Κάθε νύχτα γινόταν λεπτότερο, χλωμότερο, σαν να το έτρωγε αόρατο στόμα.
Τα ποτάμια πάγωσαν από μέσα προς τα έξω και οι λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν πριν δύσει ο ήλιος.
Οι γυναίκες του χωριού έκρυβαν τα νεογέννητα κάτω από δέρματα ζώων
για να μη δουν τον ουρανό.

Οι ιερείς έσφαξαν τράγους πάνω στις πέτρες, έκαψαν άρκευθο
και κόκκαλα κορακιών, όμως η θεότητα δεν απαντούσε.
 Τότε οι πιο ηλικιωμένοι θυμήθηκαν έναν ξεχασμένο χρησμό:
 όταν το φεγγάρι κουραστεί από τους ανθρώπους,
κάποιος πρέπει να το κατεβάσει ξανά στη γη και να το θρέψει με αίμα και μνήμη.

Κανείς δεν τόλμησε εκτός από την Άρδη.

Την τελευταία νύχτα πριν χαθεί εντελώς το φως, ανέβηκε μόνη στο ιερό.
Δεν πήρε όπλα ούτε τροφή.
Μόνο ένα μαχαίρι από κόκαλο ελαφιού
και μια λεκάνη γεμάτη στάχτη νεκρών προγόνων.

Ο ουρανός ήταν άδειος σχεδόν και το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από το δάσος
σαν τα κουρασμένα μάτια.

Η Άρδη χάραξε κύκλο γύρω από τους μονόλιθους
και άδειασε τη στάχτη στο χώμα.
Ο άνεμος σηκώθηκε αμέσως, παγωμένος και βαρύς,
λες και το δάσος ανέπνεε μέσα από χιλιάδες στόματα.
Έπειτα έκοψε τις παλάμες της και άφησε το αίμα να πέσει πάνω στις στάχτες. ..

Το χώμα άρχισε να πάλλεται….
Οι πέτρες του κύκλου άνοιξαν μονομιάς και από μέσα ανέβηκε μια μυρωδιά, 
υγρής γης και παλιών τάφων.
Οι ρίζες των δέντρων ξεκόλλησαν αργά από το έδαφος και στράφηκαν προς τον ουρανό σαν μαύρα φίδια.

Τότε η Άρδη άρχισε το κάλεσμα….

Δεν ήταν τραγούδι ούτε προσευχή.
Ήταν ένας ήχος αρχαιότερος από λέξεις, ένας ρυθμός που έκανε τα κόκαλα
να τρίζουν.
Οι λύκοι σώπασαν. Τα νερά της λίμνης άρχισαν να ανεβαίνουν ανάποδα,
σαν να τα τραβούσε το σκοτάδι.

Και το φεγγάρι κατέβηκε….
Αργά, σχεδόν απρόθυμα, χαμήλωσε πάνω από τα δέντρα.
Οι ασημένιες ρίζες του φάνηκαν στον ουρανό, δεμένες μέσα στα σύννεφα.
Το φως του δεν ήταν πια καθαρό· είχε χρώμα χαλασμένου κρέατος
Κι όσο αυτό σάπιζε, καθώς πλησίαζε, σάπιζε γύρω του και το δάσος.
Τα φύλλα μαύριζαν, τα ζώα γονάτιζαν, τα πουλιά έπεφταν νεκρά από τον αέρα.

Η Άρδη στάθηκε ακίνητη μέσα στον κύκλο…
Το φεγγάρι άγγιξε τη γη χωρίς θόρυβο.
Τότε φάνηκε το αληθινό του πρόσωπο…

Δεν ήταν σφαίρα αλλά τεράστιο ζωντανό σώμα, σκεπασμένο με λευκές ουλές
και κλειστά μάτια.
Ανέπνεε αργά, σαν κοιμισμένο θηρίο.
Από τις χαραμάδες του έσταζε ασημένιο υγρό που έκαιγε το χώμα.

Η Άρδη πλησίασε και ακούμπησε το χέρι της πάνω του.
Μέσα στο μυαλό της πέρασαν εικόνες από εποχές πριν υπάρξουν άνθρωποι:
δάση κάτω από κόκκινους ουρανούς, ποτάμια γεμάτα κόκαλα γιγάντων,
γυναίκες που γεννούσαν παιδιά με κέρατα.

Κατάλαβε τότε πως το φεγγάρι δεν έδινε ζωή από αγάπη αλλά από πείνα.
Οι άνθρωποι το τάιζαν αιώνες με φόβο, αίμα και τελετές.
Κάθε προσευχή ήταν τροφή. Και κάθε θυσία το κρατούσε ξύπνιο.
Κι όμως, τώρα πέθαινε….

Η Άρδη έσκισε το στήθος της με το μαχαίρι από κόκαλο και ακούμπησε την πληγή πάνω στη λευκή σάρκα του ουράνιου πλάσματος.
Το αίμα της απορροφήθηκε αμέσως. Οι μονόλιθοι άρχισαν να τρίζουν.
Από τις πέτρες βγήκαν σκιές ανθρώπων χωρίς μάτια — όλοι όσοι είχαν ξεχαστεί από τον χρόνο.

Το φεγγάρι άνοιξε αργά ένα τεράστιο μάτι.,
μέσα του δεν υπήρχε κόρη ούτε φως, μόνο νύχτα βαθύτερη από τον θάνατο.

Η γη σείστηκε και το δάσος γονάτισε γύρω τους.
Και τότε η Άρδη χάθηκε μέσα στο σώμα της θεότητας, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Το επόμενο πρωί οι άνθρωποι βρήκαν το ιερό άδειο.
Οι μονόλιθοι είχαν ραγίσει και τα δέντρα γύρω τους ήταν λευκά, χωρίς φλοιό.
Στον ουρανό όμως το φεγγάρι στεκόταν ξανά ολόκληρο, τεράστιο και φωτεινό.

Από εκείνη τη νύχτα, κάθε πανσέληνο εμφανιζόταν στο δάσος μια γυναικεία μορφή ανάμεσα στα δέντρα. Δεν άφηνε πατημασιές ούτε σκιά.
Τα ζώα την ακολουθούσαν σιωπηλά και τα παιδιά που την έβλεπαν γεννιούνταν αργότερα με μάτια ασημένια.

Ο λαός δεν μίλησε ποτέ ξανά για κατέβασμα φεγγαριού.
Μόνο άφηναν κάθε χειμώνα ένα μπολ με αίμα και στάχτη έξω από τα σπίτια τους, για να θυμάται η θεότητα πως η γη ακόμη την τρέφει.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *