Κάποτε, πριν οι εκκλησίες σηκώσουν καμπαναριά πάνω στα παλιά ιερά,
υπήρχε ένα νησί χαμένο, στο βόρειο Αιγαίο Πέλαγος
όπου οι άνθρωποι λάτρευαν τη Νύχτα, σαν θεά.
Δεν της έδιναν όνομα…..
Τα ονόματα, έλεγαν, τραβούν την προσοχή των πραγμάτων που κοιμούνται
πίσω από τον κόσμο.
Στο κέντρο του νησιού,
υψωνόταν ένας πέτρινος κύκλος.
Εκεί έκαιγαν φωτιές, μόνο μία φορά τον χρόνο,
τη μεγαλύτερη νύχτα του χειμώνα.
Οι κάτοικοι φορούσαν μάσκες από ξύλο ελιάς και χόρευαν γύρω από τις φλόγες ώσπου να ματώσουν τα πόδια τους.
Πίστευαν, πως οι πρόγονοι τους,
δεν πέθαιναν ποτέ πραγματικά,
αλλά, έμεναν κάτω από τη γη,
ακούγοντας τους ψιθύρους του επάνω κόσμου.
Κι αν οι ζωντανοί ξεχνούσαν τις τελετές,
οι νεκροί ανέβαιναν
για να θυμίσουν την ύπαρξή τους.
Στο νησί ζούσε μια κοπέλα, η Θέρινα.
Ήταν κόρη νεκροθάφτη και από παιδί άκουγε παράξενους ήχους
μέσα από τους τάφους….
Ψιθύρους….
Σύρσιμο….
Μερικές φορές γέλια.
Η μητέρα της τής είχε πει:
«Μη στέκεσαι ποτέ πάνω από φρέσκο χώμα
μετά τα μεσάνυχτα.
Γιατί οι νεκροί ζηλεύουν την ανάσα.»
Μα η Θέρινα δεν φοβόταν….
Ώσπου πέθανε ο μικρός αδελφός της.
Τον βρήκαν πνιγμένο στην ακτή,
με φύκια τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό του, σαν δάχτυλα.
Οι γέροντες είπαν πως η θάλασσα
πήρε το μερίδιό της.
Μα η Θέρινα, ήξερε πως κάτι
δεν πήγαινε σωστά.
Το βράδυ της ταφής,
άκουσε χτύπους κάτω από το πάτωμα του σπιτιού.
Τρεις αργούς χτύπους….
Τον ίδιο ρυθμό που χτυπούσε ο αδελφός της την πόρτα όταν γύριζε σπίτι.
Η κοπέλα άνοιξε την καταπακτή του κελαριού….
Το σκοτάδι από κάτω μύριζε βρεγμένο χώμα και αλάτι.
Και τότε άκουσε τη φωνή του:
«Θέρινα… κάνει κρύο εδώ κάτω.»
Η φωνή ερχόταν μέσα από τη γη.
Έπρεπε να φύγει….
Το ήξερε!
Αλλά η θλίψη,
είναι πιο δυνατή από τον φόβο.
Πήρε ένα λυχνάρι και κατέβηκε….
Κάτω από το σπίτι υπήρχε μια παλιά σήραγγα,
Αρχαιότερη ακόμα κι από το ίδιο το χωριό.
Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι χαραγμένα σύμβολα:
Μάτια, φεγγάρια και ανθρώπινες μορφές χωρίς στόμα.
Οι ψίθυροι πλήθαιναν όσο προχωρούσε.
«Γύρνα πίσω.»
«Μην κοιτάξεις.»
«Είναι ξύπνιοι.»
Αλλά εκείνη συνέχισε……
Μέχρι που έφτασε σε μια τεράστια υπόγεια αίθουσα.
Και τότε…..
Χιλιάδες άνθρωποι στέκονταν ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι…
Δεν ήταν ζωντανοί, ούτε και νεκροί…
Ήταν σώματα ξεραμένα σαν μούμιες, ντυμένα με κουρέλια αιώνων.
Όλοι όρθιοι….
Κι όλοι στραμμένοι προς το μέρος της…
Ήταν οι πρόγονοι του νησιού!
Τα μάτια τους, ήταν ραμμένα με μαύρη κλωστή.
Και στο κέντρο, στεκόταν ο αδελφός της…
Το δέρμα του είχε γίνει γκρίζο
και από το στόμα του, έτρεχε θαλασσινό νερό.
«Μας ξέχασαν»,
είπε με πολλές φωνές μαζί…
«Οι φωτιές σβήνουν…
Οι ζωντανοί γελούν πάνω απ’ τους τάφους μας.»
Τότε οι ραμμένες κλωστές,
άρχισαν να σπάνε, μία – μία.
Και τα μάτια των νεκρών άνοιξαν….
Μέσα τους δεν υπήρχαν κόρες.
Μόνο ένα βαθύ και πυκνό σκοτάδι,
σαν ουρανός χωρίς αστέρια.
Η Θέρινα έκανε πίσω, μα ήταν αργά.
Οι νεκροί άνοιξαν τα στόματα τους ταυτόχρονα.
Και ολόκληρη η αίθουσα
γέμισε με την ανάσα αιώνων.
Το λυχνάρι έσβησε….
Οι χωρικοί βρήκαν τη Θέρινα
το επόμενο πρωί στην ακτή.
Ζωντανή, αλλά διαφορετική.
Τα μάτια της είχαν γίνει εντελώς μαύρα
και το δέρμα της παγωμένο σαν πέτρα.
Δεν ξαναμίλησε ποτέ από τότε….
Μόνο κάθε χειμώνα, τη μεγαλύτερη νύχτα, περπατούσε μόνη στην παραλία κρατώντας μια αναμμένη δάδα.
Και πίσω της, πάνω στην άμμο, εμφανίζονταν βρεγμένα ίχνη,
αλλά, πολλά περισσότερα από ενός ανθρώπου….