Το ιερό αντάμωμα των ψυχών συμβαίνει όταν πάψουν να περιμένουν. Το “κάτι”. Το οτιδήποτε.
Έτσι μου είπαν κάποιοι Ινδιάνοι μάγοι, κάποτε, σε ένα “σχεδόν” όνειρο.
Συμβαίνει όταν η ελπίδα στεγνώσει. Όταν κουραστούν απ’ το «σώσε με».
Γιατί πρέπει να καεί η ελπίδα για να δεις καθαρά;
Δεν καταλάβαινα πολλά. Δεν θα σας πω ψέματα. Ήθελα μόνο να γίνω της συνάντησης μάρτυρας.
Άκουσα το παραμύθι του μάγου γύρω από μια φωτιά που ζέσταινε τις λέξεις.
Αυτοί οι δύο… άγνωστοι (νόμιζαν). Δεν ήθελαν τίποτα πια. Κι όμως — ο ένας κοίταξε τον άλλον – μέσα σε μία ηλεκτρική στιγμή – σα να θυμήθηκαν πώς είναι να είσαι ολόκληρος.
Όχι έρωτας. Όχι έλεος. Μόνο βλέμμα που ξερίζωνε.
Δεν ήταν όμορφο. Ήταν εξτατικά αληθινό.
Έτσι έγινε. Και γέννησαν — σε χρόνο που άγγιξε το μηδέν — αγάπη που σε αφήνει γυμνό. Που δεν φοράει όμορφα λόγια. Που σε αφήνει να φύγεις — ενώ εσύ, μένεις. Πάντα.
Γιατί εδώ… καίνε τους ρόλους σου, χωρίς να καίνε την ψυχή σου.
Και τότε, έλαμψαν. Όχι όπως τους φαντάστηκαν οι άλλοι. Μα όπως είναι.