Diablo 3 με γραβιέρα Νάξου

Diablo 3 με γραβιέρα Νάξου

Υπάρχουν ιδέες και επιφοιτήσεις που σε χτυπάνε σαν σφυρί, μπαμ και έξω, και κάποιες φορές, υπάρχουν πράγματα που σιγοβράζουν μέσα σου σιγά-σιγά σαν φαγητό στη γάστρα που το ‘χεις αφήσει να μαγειρεύεται για ώρες και ώρες. Και αυτή η  εσωτερική εργασία μπορεί να κρατήσει μέρες, μήνες ή και χρόνια. Η συγκεκριμένη κράτησε χρόνια…

2002… κάνω ένα ταξίδι στη Γερμανία. Ενθουσιασμένος σαν κουταβάκι που βγαίνει από τη φωλιά του για πρώτη φορά (γιατί όντως έβγαινα στο εξωτερικό για πρώτη φορά) και προσπαθούσα να παρατηρώ τα πάντα. Μέσα στο αεροπλάνο, διαβάζω το περιοδικό που έχουνε όλες οι αερογραμμές για να διαβάσει ο επιβάτης. Βλέπω λοιπόν ένα editorial που είχε τον περίεργο τίτλο “Τόσες πολλές τσίχλες, τόσο λίγος χρόνος”. Ήταν ένα κείμενο που μου έδινε την αίσθηση – όσο μπορώ να θυμηθώ – ότι ήτανε κάτι σε ελαφρό στυλ, για να περάσει η ώρα όσο ταξιδεύεις, έλα όμως που η ιδέα που μετέφερε ήτανε ένα τσικ πιο προκλητική και είχε απρόσμενο βάθος.

Πάνω κάτω λοιπόν, ο αρθρογράφος έλεγε ότι είχε πάει στο περίπτερο να αγοράσει τσίχλες, μια δραστηριότητα που τη θεωρούμε ασήμαντη και γίνεται σχεδόν αυτόματα. Και εκεί πέρα βρέθηκε ξαφνικά σε ένα εμπόδιο που δεν είχε σκεφτεί ότι θα μπορούσε να υπάρχει. Οι τσίχλες ήταν πάρα πολλές! Πώς θα μπορούσε να διαλέξει; Ποια έχει την καλύτερη υφή; Ποια  είχε την καλύτερη γεύση; Ποια ήταν η πιο υγιεινή; Θα προλάβαινε ποτέ να τις δοκιμάσει όλες για να βγάλει συμπέρασμα; Τόσες πολλές τσίχλες για να δοκιμάσει, τόσο λίγος χρόνος!

Το συμπέρασμα του αρθρογράφου ήταν, τελικά, ότι το να έχεις πολλές επιλογές, είναι το ίδιο με το να μην έχεις καμία. Τόση πληθώρα από τσίχλες δεν θα μπορούσε να τη βάλει σε μια σειρά, από την καλύτερη στη χειρότερη, ακόμα και αν υπήρχε τρόπος να τις ταξινομήσει βάσει κάποιων χαρακτηριστικών. Και ποιος θα αποφάσιζε ποια θα ήταν τα κατάλληλα χαρακτηριστικά για ταξινόμηση; δύσκολο πρόβλημα, και μάλιστα για ένα τόσο ασήμαντο θέμα! Το αποτέλεσμα είναι ένα νοητικό κόλλημα που μπορεί να οδηγήσει  στην ίδια μη λήψη απόφασης όσο και το να μην έχεις καθόλου επιλογές.

Αν τα πάντα είναι διαθέσιμα, τότε τίποτα δεν είναι διαθέσιμο.

Και αυτό ήταν ένα μάθημα που δεν το ξέχασα ποτέ!

Αυτό ήταν και το σχέδιο του κακού στην ταινία Invincibles. Ήθελε να εκδικηθεί τους ήρωες, οπότε έφτιαχνε gadgets για να δώσει σε όλους υπερδυνάμεις, ώστε κανένας να μην έχει ουσιαστικά υπερδυνάμεις τελικά, αφού κανένας δεν θα ξεχώριζε από κανέναν!

2020… Δεν ξέρω για εσάς αλλά εγώ στην πανδημία πέρασα σχετικά καλά. Δούλευα εκείνη την περίοδο στη Νάξο, σε έναν υποσταθμό που θα ένωνε το νησί με την ηπειρωτική Ελλάδα μέσω υπόγειου καλωδίου. Οπότε ήμουν όλη την ημέρα δουλειά-σπίτι, σπίτι-δουλειά. Δεν με χάλαγε γιατί και πριν έτσι ήμουν. Υπήρχαν βέβαια κάποια μικρά ψιλοθεματάκια γενικά. Ένας εμβολιασμός ο οποίος ήταν υποχρεωτικός (ασχέτως αν θα τον έκανα ούτως ή άλλως) , ένας μικρός μηχανισμός κοινωνικής μηχανικής ο οποίος προσπαθούσε να κάνει reset σε όσα ήξερες μέχρι εκείνη τη στιγμή και σε έβαζε με το ζόρι να πάρεις άδεια από τους άρχοντες μας για να βγεις έξω, γιατί έπρεπε να μάθεις ότι αυτοί ξέρουν καλύτερα, και μη τολμήσεις να τους αμφισβητήσεις γιατί ποιος είσαι εσύ που θα τους αμφισβητήσεις; Αυτοί ξέρουν καλύτερα… Τέλος πάντων όλα πήγαιναν καλά στο (διεφθαρμένο) βασίλειο της Δανιμαρκίας.

Έλα όμως που ο νους μου έχει τυχαίες αναλαμπές κάπου κάπου. Και μερικές φορές, αυτές οι τυχαίες αναλαμπές είναι και καλές.

Ένα από τα πράγματα που μπορώ να τρέξω στο laptop μου – που είναι παλιό – είναι το Diablo 3 (παιχνίδι RPG για όσους δεν ξέρουν). Δεν μπορώ να παίξω κάτι άλλο. Και δεν είχα και όρεξη να κάνω κάτι άλλο από την εξάντληση. Και μια μέρα που προχωρώ στον κεντρικό δρόμο της χώρας της Νάξου για να πάω σε ένα παντοπωλείο, ο νους μου αρχίζει και περιπλανιέται. Και σκέφτηκα “αν σε 10 χρόνια από τώρα, η Blizzard (η εταιρία που έβγαλε το παιχνίδι) κλείσει, εγώ τι θα κάνω; Πως θα μπορέσω να το παίζω από κει και έπειτα; Άλλα παιχνίδια τα έχω σε DVD, αυτό είναι μόνο για κατέβασμα από το site, τι κάνουμε σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο;”. Δεν χρειάστηκε πολύ για να καταλάβω το παράλογο του πράγματος.

Πρωτ’ απ’ όλα, σε 10 χρόνια από τότε, ποιός ζει, ποιός πεθαίνει; Σε 10 χρόνια, ποιός νοιάζεται για το αν το Diablo 3 υπάρχει ακόμη ή όχι; Ούτε εγώ δεν μπαίνω πια για να παίξω. Πόσο πια; Έχω ανέβει όσα level μπορούσα να ανέβω, έχω βρει όπλα, πανοπλίες κλπ που δεν νομίζω ότι θα τα αλλάξω ποτέ, το έχω τερματίσει πάμπολλες φορές, τι άλλο να κάνω πια; Πόσο άλλο να τραβήξω το παιχνίδι πια και τι άλλο θα μπορούσε να μου προσφέρει; Νομίζω ότι η αγγλική έκφραση που περιγράφει την εμμονή μου είναι flogging at a dead horse…

Δεύτερον και σημαντικότερον, νομίζω ότι αν έκλεινε μια εταιρία που έχει φτάσει να έχει τζίρο 1 ΔΙΣ δολάρια, το τελευταίο πράγμα που θα ένοιαζε τον οποιονδήποτε θα ήταν να εξασφαλίσει ένα σέρβερ ώστε να μπορώ εγώ να συνεχίσω να παίξω Diablo 3, ΟΤΑΝ και ΑΝ ήθελα. Αν και για να λέμε του στραβού το δίκιο, θα ήθελα να δω – αν έκλεινε η εταιρία και δεν υπήρχαν νομικά θέματα – κάποιους σερβερ να λειτουργούν από πιτσιρικάδες με πάθος για το παιχνίδι τους. Σίγουρα θα ήταν καλύτερο από το χυλό που βγάζει η Blizzard τα τελευταία χρόνια. Τέλος πάντων, δεν περιστρέφεται ο κόσμος γύρω από μένα.

Έλεγα όμως ότι ήταν 2020 και περπατούσα στον κεντρικό δρόμο της χώρας της Νάξου πηγαίνοντας σε ένα παντοπωλείο, δεν το είπα; Ναι, περπατούσα και πήγαινα για ψώνια. Και ανάμεσα στις σκέψεις μου, ήταν και αν θα έπαιρνα γραβιέρα Νάξου. Θυμόμουν αχνά ότι είχα δει γραβιέρα Νάξου σε σούπερ μάρκετ στην Αθήνα και σκέφτηκα ότι πρέπει να έχουν παραγωγή για να καλύψουν όχι μόνο την τοπική ζήτηση στη Νάξο, αλλά και παραπάνω για να καλύψουν και τη ζήτηση στην πρωτεύουσα. Και σκέφτηκα “πόσο περισσότερο πρέπει να παράξουν για να καλύψουν τη ζήτηση έξω από το νησί; Γιατί αυτό πρέπει να ξεκίνησε σαν τοπικό προϊόν και να υπήρχε παραγωγή μόνο για την τοπική αγορά, άντε και κάνα νησί παραπέρα. Και αν όλοι αρχίσουν να ζητούν γραβιέρα Νάξου, τι γίνεται; Αν η κυρία Μαρίκα στην Κάτω Αχλαδιά, αρχίσει να τσιρίζει ότι θέλει τη γραβιέρα Νάξου που έχει συνηθίσει και τώρα τι θα κάνει που δεν έχει το σούπερ μάρκετ, τι θα γίνει;”. Και εκεί με χτύπησε η συνειδητοποίηση!

Θέλουμε τα πάντα! Τώρα! Όλοι!

Ένα ολόκληρο νησί, θα πρέπει να εξάγει ένα τοπικό προϊόν για να φτάσει στο σούπερ μάρκετ στα Βριλήσσια, για να φάει γραβιέρα Νάξου η Τασούλα και ο Γιώργος, που την έχουν συνηθίσει και δε μπορούν χωρίς αυτή. Και στη Νέα Σμύρνη. Και στο Παλαιό Φάληρο. Και στο Νέο, επίσης. Και μόλις τελειώσουμε το νομό Αττικής, να ξεκινήσουμε σιγά – σιγά όλους τους νομούς. Με λίγα λόγια, ένα νησί να βγάζει ένα τοπικό προϊόν (που είχε γίνει για τοπική κατανάλωση) αρκετό για όλη την Ελλάδα.  Θα πρέπει να γεμίσει τόσα τυροκομεία ώστε να βουλιάξει κάνα 2 μέτρα για να καλύψει τη ζήτηση. Και μετά να βουλιάξει ακόμη 2 για να φτιάξει εγκαταστάσεις για να διαχειριστεί την παραγωγή πατάτας Νάξου που είναι εξαιρετική (το ξέρετε, δεν το ξέρετε;) ώστε να καλύψει όλη την Ελλάδα. Και άλλα δύο μέτρα για το τοπικό προϊόν της Ναξιώτικης πίτας που… Καταλάβατε που το πάω…

Και εγώ θέλω να μπορώ να έχω διαθέσιμο το Diablo 3 όποτε εγώ γουστάρω, ακόμη και αν δεν το ξαναπαίξω ποτέ!

Κάθε κοινωνία έφτιαχνε τα προϊόντα της και τα τρόφιμά της, ανάλογα με το τι ήταν διαθέσιμο και προσιτό τοπικά. Και φτηνό. Στην Αττική είχαμε τα βασιλικά σύκα παλιά. Στα Φάρσαλα, τον χαλβά Φαρσάλων, Στη Νάξο, γραβιέρα. Στη Μάνη σύγλινο (παστό, κάτι που μπορούσε να συντηρηθεί όλο το χρόνο. Άγονο μέρος η Μάνη γαρ). Οι Εσκιμώοι δεν ξέρουν τι είναι η ροδακινόπιτα, θα μπορούσαν να σου πουν όμως τα πάντα για το κρέας της φώκιας. Οι Νορβηγοί είχαν λουκάνικα από αίμα ταράνδου (μπλιάχ!). Αυτό είχαν, αυτό έφτιαχναν. Οι Ισπανοί είχαν την παέλια, ένα τσουκάλι που έβραζαν μέσα ότι είχε περισσέψει. Οι Ιταλοί την πίτσα. Οι Ιαπωνέζοι το σούσι. Ο καθένας ότι είχε, έφτιαχνε.

Και ξαφνικά, τα τελευταία χρόνια, όλοι θέλουμε τα πάντα. Προϊόντα και φαγητά που δεν ξέραμε ότι υπήρχαν παλιά ή ήταν τελείως εκτός της πιθανότητας να τα γευτούμε ποτέ, έγιναν μέρος της καθημερινότητας. Σολωμός για το Μαράκι να φάει κάτι στη δουλειά. Χαβιάρι (έστω και φτηνό) για να δείξουμε ότι έχουμε και ένα class στο πάρτυ που θα κάνουμε. Τι, με φτηνιάρικα σάντουιτς θα τη βγάλουμε; Σούσι, έχει κάτι το πρωτόγονο το να τρως ωμό ψάρι, δεν έχει; Hamon yberico, είναι εξαιρετικό (και πανάκριβο). Το έχω συνηθίσει, δε μπορώ χωρίς αυτό! Είναι δικαίωμά μας να μπορούμε να έχουμε τα πάντα διαθέσιμα, ακόμη και αν δεν προφταίνουμε να τα φάμε όλα, σωστά; Άλλωστε, έτσι δουλεύει ο καπιταλισμός, όλο και περισσότερη παραγωγή, όλο και περισσότερη κατανάλωση. Ποιος θα μου πει ότι δεν μπορώ να φάω Dragon fruit από τη Μαλαισία στο Μπραχάμι; Ποιος τυχάρπαστος θα μου πει όχι;

Θέλω να φάω κρέας φώκιας, ποιος θα μου το απαγορεύσει;

Θα σου το απαγορεύσει το γεγονός ότι θα χρειαστούμε άλλους τρεις πλανήτες σα τη Γη για να καλύψουμε τη διαθεσιμότητα όλων των προϊόντων ώστε να είναι διαθέσιμα για όλους. Η πραγματικότητα θα στο απαγορέψει.

Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που στο ψυγείο είχαμε πάντα 2-3 σοκολάτες που τις τσιμπολογούσαμε κάπου κάπου και ένα Zwan που ήταν το μεζεδάκι μας με λίγο ψωμί! Απλό, λιτό και χορταστικό! Καφεδάκι ελληνικό ή φραπές! Και τώρα, αν ο καφές δεν είναι freddo machiato perchina a la kartego de la placia με τρεις σταγόνες στέβια, φωνάζουμε στον μπαρίστα!

Όχι, η απάντηση δεν είναι να γυρίσουμε στις σπηλιές και να τρώμε ρίζες και τσουκνίδες. Ούτε προσπαθώ να αγιοποιήσω μια εποχή που είχε τα δικά της προβλήματα. Κάθε εποχή έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά της. Δεν ήταν τόσο απλά τα πράγματα τότε, ποτέ δεν ήταν. Γαμώτο όμως, είχαμε μια αυτάρκεια τότε, μια αυτοσυγκράτηση, ένα όριο όπου οι ίδιοι (οι περισσότεροι τουλάχιστον) καταλαβαίναμε ότι πέρα από αυτό, ήταν απλά λαιμαργία!

Στον καπιταλισμό, θαυμάζουμε και θεοποιούμε την ανάπτυξη. Την έχουμε σαν αυτοσκοπό. Σκεφτόμαστε μικροσκοπικά και δεν υπολογίζουμε τις συνέπειες πέρα από τα κοντινά όρια που εμείς έχουμε βάλει. Θεωρούμε ότι η ανάπτυξη είναι κάτι που θα συμβαίνει για πάντα, επ’ άπειρον. Υπάρχουν influencers εκεί έξω που σου λένε να γίνεσαι έστω 1% καλύτερος κάθε μέρα και αν υπολογίσεις πόσο καλύτερος θα είσαι σε ένα χρόνο, δεν θα το πιστεύεις. Εκθετική πρόοδος λέγεται.

Και όταν μιλάμε για εταιρίες, ξεχνάμε εντελώς ότι έχει και τα όριά του.

Γιατί η ανάπτυξη στα χαρτιά μπορεί να συνεχίζεται επ’ άπειρον, στην πράξη όμως έχουμε μόνο έναν πλανήτη, με περιορισμένο αριθμό πρώτων υλών. Άπειρη ανάπτυξη, πεπερασμένος αριθμός πρώτων υλών. Κάποτε θα τελειώσουν. Και μπορεί τα κεφάλια που λαμβάνουν τις αποφάσεις να είναι προστατευμένα, κάποτε όμως οι ελλείψεις θα φτάσουν και σ’ αυτούς. Και τότε θα είναι αργά για μετάνοιες.

Που θέλω να καταλήξω

… αυτό που θέλω να καταλήξω, δεν είναι κάτι που είναι γραμμένο σε πέτρα, ποτέ δεν θα σας δώσω κάτι τόσο άκαμπτο! Κάθε κανόνας γραμμένος σε πέτρα, είναι ένας κανόνας αμετακίνητος, που δεν αλλάζει. Και η μη αλλαγή είναι θάνατος. Πάντα. Οπότε ότι κανόνα και να δώσω, πάρτε τον with a pinch of salt που έλεγαν και στο χωριό της γιαγιάς μου.

Σκεφτείτε… 30 διαφορετικές ποικιλίες τσίχλας. Και αυτό μόνο σε ένα περίπτερο. Αν πάτε σε άλλο, μπορεί να βρείτε άλλες 10. Τσιγάρα. Έχω σταματήσει να μετράω. Πόσα iPhone έχουν βγει τα τελευταία 10 χρόνια; Κάθε λίγο και πρέπει να αλλάξεις υπολογιστή γιατί με την ίδια παλιατζούρα θα είσαι ακόμη; Ή τουλάχιστον, άλλαξε την κάρτα γραφικών. Δεν πειράζει που την πήρες πριν πέντε μόλις χρόνια.

Και λέω εγώ τώρα:

  • Μήπως ήρθε η ώρα να χαλαρώσουμε λίγο; αν όχι σε συλλογικό επίπεδο, τότε σε ατομικό;
  • Μήπως να σταματήσουμε να ψωνίζουμε σαν να μην υπάρχει αύριο;
  • Μήπως να αξιολογήσουμε τα ψώνια μας και να αναρωτηθούμε αν αγοράζουμε κάτι γιατί το χρειαζόμαστε και όχι γιατί νομίζουμε ότι το χρειαζόμαστε;
  • Και αν νομίζουμε ότι το χρειαζόμαστε, ποιός μας έχει περάσει αυτή την ιδέα; Και γιατί;
  • Μήπως  αντί να κάνουμε βαθυστόχαστες σκέψεις, να προβληματιστούμε για τα έξοδά μας μια φορά γιατί – αν μη τι άλλο – μπορεί και να μη βγαίνει ο μήνας;
  • Και αν βγαίνει ο μήνας, μήπως να μην βγαίνει με την ψυχή στο στόμα;

Και – δεν ξέρω για εσάς – εμένα μου τι δίνει να θεωρούν τους εαυτούς τους πιο έξυπνους από μένα. Γιατί το να μου ζητάνε να αγοράσω ένα κινητό το οποίο σε 5 χρόνια θα είναι παλιό και πρέπει να το ξαναγοράσω γιατί έτσι λένε (και το παλιό να το βάλω στο ράφι), εμένα με εξοργίζει! Είναι σπατάλη χρημάτων, χρόνου, πόρων και, ουσιαστικά, εξυπνάδας που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αλλού για να γίνει ο κόσμος μας καλύτερος και όχι να είναι απλά ένα όχημα για να πάρει ένας CEO το μπόνους της χρονιάς.

Απλοποιήστε τη ζωή σας και τα ψώνια σας και θα με θυμηθείτε!

Ή μπορεί και όχι…

Και για να τελειώνουμε, θυμάστε λίγο πιο πάνω που είπα κάτι για τους κανόνες και την πέτρα; Να λοιπόν ένας κανόνας που αν θέλετε, μπορείτε να ακολουθήσετε. Ή μην τον ακολουθήσετε. Η ευθύνη σε κάθε περίπτωση είναι δική σας.

Τα πάντα είναι σχετικά. Και αυτό είναι απόλυτο!

One thought on “Diablo 3 με γραβιέρα Νάξου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *