Ας κάνουμε, λοιπόν, μια σύνδεση με τα προηγούμενα.
Ναι, το τρομοκρατημένο κορίτσι μεγάλωσε, έγινε γυναίκα, απέκτησε οικογένεια υποχρεώσεις, ευθύνες λογαριασμούς δουλειές, και όλα εκείνα τα υπέροχα απολύτως φυσιολογικά πράγματα που υποτίθεται ότι σε προσγειώνουν στην πραγματικότητα. Με λίγα λόγια, προσπάθησα να γίνω ένας κανονικός, λειτουργικός άνθρωπος με όλα όσα συνεπάγεται αυτό.
Τούτο μόνο θα πω. Αχ θεε μου (αν υπάρχεις), αλλά και κούνια που με κούναγε.
Βλέπεις, είναι κάποια πράγματα που δεν λένε να σε αφήσουν ήσυχο, όσο κι αν μεγαλώσεις και όσο κι αν θελήσεις να πείσεις τον εαυτό σου ότι κάποια στιγμή θα σταματήσει αυτό το κακόγουστο αστείο. Και πρέπει να πω ότι υπήρξαν αυτά τα παρήγορα χρονικά διαστήματα που τα πήγα πραγματικά πολύ καλά, μόνο που άργησα να συνειδητοποιήσω ότι τα φαινόμενα αυτά, έχουν εξάρσεις και υφέσεις που συχνά διαρκούν αρκετά. Και βεβαίως, στη δική μου περίπτωση το αστείο κακόγουστο ή μη, είχε προφανώς ένα αρκετά γενναιόδωρο συμβόλαιο μακράς διαρκείας.
Και έτσι, σε μια κρίση μαύρου πυρετού (που λέει και ο Καβαδίας), επέλεξα να μοιραστώ πέραν του στενού μου κύκλου, κάποια από τα περιστατικά, όχι επειδή ήταν τα μοναδικά, αλλά επειδή κάποια στιγμή πρέπει να βάλω ένα όριο ακόμη και στην αυτοβιογραφική μεταφυσική μου ταλαιπωρία. Με μικρά άλματα στο χρόνο λοιπόν, (που είσαι Αινστάιν να με καμαρώσεις) θα προσπαθήσω να τα περιγράψω, ξεκινώντας από την εποχή που όλα αυτά άρχισαν να γίνονται όλο και πιο έντονα. Θα επαναλάβω λοιπόν (συγχωρέστε το μου αυτό) ότι γενικά στη ζωή μου, η νύχτα δεν ήταν η αγαπημένη μου ώρα. Και δεν εννοώ ότι δεν υπήρξαν φορές που γεγονότα συνέβαιναν μέρα μεσημέρι, αλλά για κάποιο λόγο, τη νύχτα πάντα όλα έμοιαζαν χειρότερα. Το να νιώθω ανασφάλεια και φόβο όταν βρισκόμουν (και βρίσκομαι) μόνη στο σκοτάδι, ήταν κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω, και η γνώση πως υπάρχουν κι άλλοι που αισθάνονται παρομοίως δεν με παρηγορεί ιδιαιτέρως. Έτσι, για αρκετά χρόνια, το να ξυπνάω με βαθιές γρατζουνιές στο σώμα, (τις οποίες συχνά έπρεπε να επιμεληθώ με αντισηπτικά και φαρμακευτικά προϊόντα) ήταν μέρος της καθημερινότητάς μου, σχεδόν κάτι σαν ρουτίνα.
Και κάπως έτσι, πέρασα στο επόμενο λέβελ, χωρίς να το ζητήσω και χωρίς δυνατότητα ακύρωσης. Με λίγα λόγια, το παιχνίδι δυσκόλεψε κι ας μην είχα ποτέ μου δηλώσει συμμετοχή.
Και να το πρώτο μικρό άλμα στο χρόνο, όπου βρίσκομαι στα είκοσι τρία μου στο Ηράκλειο της Κρήτης για να εργασθώ, με την παραμονή μου εκεί να μην ξεπερνάει τα τρία χρόνια. Με αισιοδοξία και ενθουσιασμό, μπορώ να πω, υποδέχθηκα εκείνη την μεγάλη,όπως μου φαινόταν τότε, αλλαγή, έτοιμη για μια περιπετειώδη ζωή αφού πρώτη φορά θα ζούσα μόνη, μακριά από την οικογένεια , με μεγαλεπήβολα σχέδια για το πως θα αξιοποιήσω την ανεξαρτησία μου. Θα περίμενε κανείς ότι μια αλλαγή περιβάλλοντος, ένα νέο ξεκίνημα, μια διαφορετική πόλη θα βοηθούσαν να αφήσω πίσω μου όσα με φόβιζαν. Ίσως να άλλαζε το κλίμα, η ψυχολογία, η καθημερινότητά μου και όλα αυτά να σταματούσαν διά παντός.
Αμ δε.
Τα περιστατικά εξακολούθησαν αν και δεν έκαναν εξ’αρχής την εμφάνισή τους, με τους πρώτους μήνες να μοιράζομαι το μικρό σπίτι που νοίκιαζα με μια άλλη συνομήλικη μου κοπέλα, και με το μυαλό μου να είναι αρκετά απασχολημένο με θέματα που αφορούσαν στην προσαρμογή μου σε μια άγνωστη πόλη. Η συγκατοίκηση δεν πήγε ιδιαίτερα καλά, και πολύ πιο γρήγορα απ’όσο υπολόγιζα έπρεπε να μετακομίσω. Ωστόσο το να νοικιάσω σπίτι που να μπορώ να αντέξω οικονομικά, δεν ήταν καθόλου εύκολο, ακόμα και εκείνα τα χρόνια. Κι έτσι για λίγο καιρό έμεινα σε ένα μικροσκοπικό δωμάτιο ενός φτηνού ξενοδοχείου, προορισμένου να φιλοξενεί φοιτητές και φτωχούς εργαζόμενους σαν εμένα. Το δωμάτιο ήταν απελπιστικά μικρό. Ενα ημίδιπλο κρεβάτι ένα έπιπλο με καθρέφτη , μία ντουλάπα και ένα κομοδίνο ήταν τα μοναδικά έπιπλα που όμως καταλάμβαναν σχεδόν όλο το χώρο.
Σ’αυτό, λοιπόν, το άθλιο δωμάτιο που το παράθυρό του έβλεπε στον ακάλυπτο, συνέβη ένα από τα πιο τρομακτικά περιστατικά της ζωής μου .’Ένα βράδυ ενώ κοιμόμουν, ξύπνησα καθώς ένιωσα κάποιον να μου κρατάει τρυφερά το αριστερό μου χέρι. Ήταν τόσο όμορφη και ζωντανή αυτη η αίσθηση, που αυτή η τρυφερότητα με κατέκλυσε κατά κάποιο τρόπο και πραγματικά ένιωθα γαλήνια και όμορφα. Μέχρι που η συνειδητοποίηση ότι αυτό που συμβαίνει είναι αδύνατον, διότι βρίσκομαι μόνη μου στο δωμάτιο και κανένας δεν μπορεί να μου κρατάει το χέρι, σχεδόν έκανε την καρδιά μου να σταματήσει.
Το δωμάτιο ήταν κατασκότεινο, δεν μπορούσα να δω τίποτα και το μόνο που έκανα ήταν να προσπαθήσω να τραβήξω το χέρι μου. Όμως η λαβή ήταν εξαιρετικά δυνατή, και αναγκάστηκα να χρησιμοποιήσω όση δύναμη είχα, ώσπου μετά από μεγάλη πάλη και προσπάθεια κατάφερα να απελεθευρωθώ. Αυτόματα και απόλυτα πανικοβλημένη, στράφηκα αριστερά όπου βρισκόταν ο διακόπτης για να ανάψω τό φως και στην προσπάθειά μου αυτή χτύπησα το κεφάλι μου στο κάγκελο του κρεβατιού (έκτοτε κυκλοφορώ με μια μόνιμη μικρή διάσειση), και σκόρπισα στο πάτωμα όλα τα αντικείμενα που βρίσκονταν πάνω στο κομοδίνο. Και ναι, το άναψα το φως και δυστυχώς το είδα. Απέναντί μου , και σε πολύ μικρή απόσταση, ήταν ένα οβάλ γαλακτερό εκτυφλωτικό …κάτι. Και όπως κάνω κάθε φορά σε αντίστοιχες περιστάσεις, έμεινα άναυδη. Ακίνητη. Στήλη άλατος. Ακίνητο παρέμενε και εκείνο. Το έβλεπα μερικά δευτερόλεπτα και ήμουν βέβαιη πως δεν ήταν κάτι που θα μπορούσα να μπερδέψω με σκιά , αντανάκλαση ή με οτιδήποτε άλλο. Φοβόμουν ακόμα και να ανασάνω , μέχρι που το είδα να κάνει μια ελαφριά κίνηση προς τα αριστερά και χωρίς δεύτερη σκέψη το έβαλα στα πόδια.
Και κάπως έτσι, με τις πιτζάμες, ξυπόλητη και γυμνή από αξιοπρέπεια, βρέθηκα να κάθομαι στα σκαλάκια της εξώπορτας, περιμένοντας να ξημερώσει για να επιστρέψω στο δωμάτιο και να αντιμετωπίσω τις συνέπειες της ηρωικής μου φυγής. Εντάξει όμως. Μπορεί να μην έμαθα ποτέ τι ακριβώς ήταν εκείνο το γαλακτερό, εκτυφλωτικό πράγμα, αλλά έμαθα , μάλλον επιβεβαίωσα, κάτι πολύ σημαντικό για τον εαυτό μου. Πως αν ποτέ έρθει το τέλος του κόσμου, εγώ δεν θα είμαι από αυτούς που θα σώσουν την ανθρωπότητα. Θα είμαι αυτή που θα τρέχει ξυπόλητη με πυζάμες και μαλλιά σαν μετά από ηλεκτροπληξία, ενώ πίσω της θα συμβαίνουν βιβλικές καταστροφές. (Κι ότι κι αν ήταν τελικά ήταν ενδέχεται να τρόμαξε επίσης το ίδιο όταν με αντίκρυσε στο φως, διότι δεν με ακολούθησε. Τόσο χάλια ήμουν.)
Δεύτερο μικρό άλμα, και βρισκόμαστε στο τελευταίο από τα τρία σπίτια που άλλαξα κατά την παραμονή μου στη μεγαλόνησο. Ένα πολύ συμπαθητικό ισόγειο διαμέρισμα, μικρό αλλά χαριτωμένο, με μια μικρή αυλή αρκετά προστατευμένη από αδιάκριτα βλέμματα. Είχα αποκτήσει κάποια έπιπλα, όχι κάτι το φοβερό, ωστόσο δεν είχα αποκτήσει ακριβώς κρεβάτι. Κοιμόμουν επάνω σε δύο ημίδιπλα στρώματα, το ένα πάνω στο άλλο, πολύ αναπαυτικά ομολογουμένως. Παρ’όλο το αναπαυτικό των στρωμάτων όμως, οι νύχτες δεν έγιναν πιο ήσυχες. Έτσι, ένα βράδυ που βρεχε, (που ´βρεχε μονότονα), και εγώ κοιμόμουν με την υπέροχη μουσική υπόκρουση της δυνατής βροχής των αστραπών και των μπουμπουνητών, μαντέψτε; Ξύπνησα. Τι ώρα ήταν; Ξαναμαντέψτε. Δεν ξέρω! Ήταν πολύ προχωρημένη νύχτα. Και όχι, δεν ξύπνησα εξαιτίας μιας δυνατής αστραπής , ούτε κανένος άλλου φυσικού φαινομένου. Ξύπνησα επειδή αυτό που είχα για κρεβάτι, τα δύο στρώματα δηλαδή, τραντάζονταν δυνατά σαν να γίνεται σεισμός.
Και θα μπορούσα πράγματι να πιστέψω ότι γίνεται σεισμός, και να έτρεχα (με τη γνωστή περιβολή) στους δρόμους αδιαφορώντας για την καταιγίδα. Όμως το τράνταγμα συνοδευόταν από δυνατά παιδικά γέλια και φωνές. Χαχανητά λες από παιδιά του νηπιαγωγείου. Παιδιά τα οποία χοροπηδούσαν χαρούμενα πάνω στο στρώμα , θα μπορούσα να ορκιστώ ότι ήταν πάνω από πέντε. Και πριν προλάβω να συνέλθω από το πρώτο σοκ, ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Και οι φωνές και το χοροπηδητό και ακούγονταν και πάλι μόνο ο ήχος της δυνατής βροχής. Ήμουν έτοιμη να το αποδώσω σε κακό όνειρο , εφιάλτη ή οτιδήποτε σχετικό, μέχρι που άρχισα να νιώθω τα μικροσκοπικά τους δάχτυλα να πιέζουν δυνατά διάφορα σημεία του σώματός μου. Πίεζαν δυνατά, με μια δύναμη που μάλλον δεν αναλογεί σε τόσο μικρές ηλικίες. Πονούσα και άρχισα να στριφογυρνάω στην προσπάθειά μου να τα αποφύγω χωρίς να τα καταφέρνω αλλά ευτυχώς αυτή τη φορά ήταν εύκολη η πρόσβασή μου στο φως. Το άναψα και τίποτα. Ούτε παιδιά, ούτε φωνές ούτε κίνηση και σίγουρα ούτε κάποια προφανής εξήγηση για όσα είχα μόλις βιώσει. Μόνο εγώ, το κρεβάτι μου και μια ολοκαίνουρια αϋπνία, ως μια ακόμα ευγενική χορηγία της νύχτας, αφού φυσικά δεν ξανακοιμήθηκα.
Τρίτο άλμα στο χρόνο, και αρκετά χρόνια αργότερα, στο σπίτι μου στην Αθήνα με την δική μου οικογένεια πλέον και με τα μικρά ή μεγαλύτερα φαινόμενα να εξακολουθούν να υφίστανται Αλλά τώρα ας πάμε σε κάτι εξαιρετικά πρωτότυπο. Ήταν νύχτα, κοιμόμουν και ξύπνησα. Και όσο και αν φαίνεται αδύνατον, ξύπνησα από τη δίψα μου. Όλα όμορφα και φυσιολογικά. Σωστά; Ολόσωστα. Ένας άνθρωπος διψάει, σηκώνεται πηγαίνει στην κουζίνα, πίνει ένα ποτήρι νερό και επιστρέφει στο κρεβάτι. Μια απλή, ανθρώπινη διαδικασία βρε αδερφέ. Τι το περίεργο έχει δηλαδή;
Ακριβώς με αυτήν την βεβαιότητα προχώρησα κι εγώ προς την κουζίνα για να πιω νερό. (Έχω διάθεση να καγχάσω τώρα, αλλά είμαι πολύ τρομαγμένη για κάτι τέτοιο). Το σπίτι μου απέχει πολύ από το αντίστοιχο του Μπίλι Γκέιτς ως προς τα τετραγωνικά, και τη διαδρομή κρεβατοκάμαρα σαλόνι, την κάνω με κλειστά μάτια. Με κλειστά μάτια λοιπόν φτάνω στην είσοδο της κουζίνας , και με τα ίδια κλειστά μάτια, αναζητώ δεξιά τον διακόπτη για το φως που χρόνια τώρα βρίσκεται στην ίδια θέση. Δεν άναψε. Θα κάηκε η λάμπα , σκέφθηκα ως άλλη Σαπφώ Νοταρά. Έτσι κατευθύνθηκα προς τον άλλο διακόπτη, που απείχε μόνο μερικά βήματα. Αυτά τα βήματα όμως, δεν έμοιαζαν να πατάνε σε στέρεο έδαφος. Για την ακρίβεια , ένιωθα σαν να υπάρχει κάτι κολλώδες κάτω από τα πόδια μου. Λες και περπατούσα σε παχειά λάσπη ή βρεγμένη άμμο στην καλύτερη περίπτωση. Όμως άναψα το φως, και αυτό που αντίκρισα ήταν πραγματικά ανατριχιαστικό. Ο νεροχύτης ήταν γεμάτος από μεγάλες στοίβες από άπλυτα πιάτα, μαχαιροπίρουνα και άλλα μαγειρικά σκεύη, τα οποία ήταν καλυμμένα με πραγματικά αηδιαστικό κολλώδες λίπος, σε χρώματα που δεν θα ήθελα να γνωρίσω ούτε σε επιστημονικό εργαστήριο.
Δεν ήταν απλώς βρώμικη κουζίνα ήταν ο απόλυτος κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Βεβαίως κατάλαβα ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά (θα ήταν πολύ ανησυχητικό αν δεν το καταλάβαινα) και προσπάθησα να επιστρέψω στο υπνοδωμάτιο , ώστε να ξυπνήσω την υπόλοιπη οικογένεια αλλά το σπίτι είχε αλλάξει. Οι χώροι, τα πράγματα, η διάταξη όλα ήταν διαφορετικά και μπορώ να πω εφιαλτικά και κανένας δεν αποκρίθηκε όταν άρχισα να φωνάζω δυνατά τα ονόματά τους. Ήταν ακόμα μία στιγμή, κατά την οποία δεν υπήρχε περιθώριο για φιλοσοφικές αναζητήσεις. Δεν με απασχολούσε αν επρόκειτο για κάτι μεταφυσικό, για κάποιο παράξενο φαινόμενο ή για ένα επεισόδιο που ο εγκέφαλός μου θα με ανάγκαζε να αναλύω για τα επόμενα χρόνια. Με απασχολούσε μόνο το πώς θα έβγαινα από εκεί και για πολλοστή φορά στη ζωή μου κατέληξα στα σκαλιά της εισόδου , όπου όπως ασφαλώς μπορεί κανείς να υποθέσει, παρέμεινα μέχρι να ξημερώσει κάπως. Όταν τελικά βρήκα το κουράγιο να ξαναμπώ, όλα είχαν επιστρέψει στη φυσιολογική τους κατάσταση. Η κουζίνα ήταν η κουζίνα μου, το σπίτι ήταν το σπίτι μου και τα πράγματα βρίσκονταν εκεί όπου έπρεπε και δεν θυμάμαι αν τελικά ήπια το νερό.
Θα μπορούσα να αναφερθώ και σε άλλα παρόμοια περιστατικά, που με έχουν θέσει κατά καιρούς σε κατάσταση συναγερμού και μου πήρε χρόνο να αποφασίσω ποια τελικά θα περιγράψω. Δεν ήταν όλα το ίδιο τρομακτικά. Κάποια ήταν πάρα πολύ όπως ας πούμε η περίπτωση εκείνων των Χριστουγέννων που όταν αναγκάστηκα να ξυπνήσω από έναν πάρα πολύ δυνατό θόρυβο, σαν κάποιος να χτυπάει ένα τεράστιο σφυρί πάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού, για τουλάχιστον πέντε λεπτά. Κι όταν στάθηκα στο σαλόνι εξακολουθούσα να ακούω τον εκκωφαντικό ήχο, χωρίς να υπάρχει πουθενά η αιτία που τον δημιουργούσε, και όταν το βλέμμα μου έπεσε στο χριστουγεννιάτικο δέντρο, εκείνο ήταν κατάμαυρο με στολίδια παλιά και φθαρμένα , ενώ το βάζο πάνω στο άλλο τραπεζάκι ισορροπούσε σε μια εντελώς αφύσικη στάση. Κάποια ήταν απλώς παράδοξα, όπως πχ το να έχουν αλλάξει θέση αντικείμενα που δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος να μετακινηθούν κλπ κλπ. Όμως πέρα από τη νοσηρότητα αυτών των καταστάσεων και τον μικρό ή μεγαλύτερο φόβο που δημιουργούν, αυτό που είναι το χειρότερο είναι η διαρκής ανασφάλεια που αισθάνομαι, ενώ βρίσκομαι στο σπίτι μου, που θα έπρεπε να είναι το καταφύγιό μου. Αντί γι’ αυτό, βρίσκομαι σε επιφυλακή , αφού πολύ συχνά αισθάνομαι ότι κατοικώ σε έναν χώρο που ανά πάσα στιγμή μπορεί να μου επιφυλάξει μια δυσάρεστη έκπληξη
Κάπου εδώ, φαντάζομαι, αρκετοί από όσους διαβάζουν έχουν ήδη σχηματίσει την άποψή τους . Κάποιοι θα πουν ότι ήταν όνειρα. Άλλοι ότι ήταν εφιάλτες, παραισθήσεις, η κούραση, το άγχος, η ψυχολογία, ο εγκέφαλος που παίζει παιχνίδια. Θα υπάρξουν και εκείνοι που θα διαβάσουν τα παραπάνω με ένα χαμόγελο συγκατάβασης, ίσως με μια ελαφριά δόση ειρωνείας. Και ξέρετε κάτι; Το καταλαβαίνω και ίσως το ασπάζομαι. Το καταλαβαίνω αλήθεια, και έχω πολλές φορές στο παρελθόν αντιμετωπίσει παρόμοιες αρνητικές αντιδράσεις , γι αυτό και συμβουλεύω όλους όσους βρίσκονται σε παρόμοια θέση με μένα, να μην κάνουν το δικό μου λάθος και να κοινοποιούν το πρόβλημά τους οπουδήποτε, στην ανάγκη τους να βρουν απαντήσεις.
Δεν ισχυρίζομαι ότι έχω καταλάβει τι συνέβη σε μένα. Δεν γνωρίζω αν όλα αυτά έχουν κοινή αιτία, αν συνδέονται μεταξύ τους ή αν κάποια από αυτά μπορούν να ερμηνευτούν με τρόπους που δεν έχω σκεφτεί. Όμως ένα πράγμα μου έχει γίνει απολύτως ξεκάθαρο, ότι δεν είμαι και ο ιδανικός άνθρωπος για να διερευνήσει το ανεξήγητο. Και αν τελικά υπάρχει κάτι μεταφυσικό σε όλα αυτά -αν- λέω, νομίζω ότι δικαιούμαι να του ζητήσω μια μικρή χάρη. Την επόμενη φορά, ας εμφανιστεί σε κάποιον άλλον που να του αρέσουν κάτι τέτοια. Άλλωστε εγώ έχω ήδη κάνει ότι μπορούσα για την έρευνα.
Έχω τρέξει αρκετά.