Σαν άνθρωποι, έχουμε ένα χούι. Θεωρούμε ότι στο παρελθόν, τα πράγματα ήταν καλύτερα! Έτσι δε λέμε συνήθως; τρώγαμε καλύτερα φαγητά, τα παγωτά τότε είχαν γεύση πραγματικού παγωτού, βγαίνανε ταινιάρες, απίστευτες μουσικές, τα παιχνίδια στον υπολογιστή τα είχαμε λιώσει (όχι όπως σήμερα) κ.λ.π. Και έτσι συνέβαινε…
Η μήπως όχι;
Η αλήθεια είναι ότι έχω την αίσθηση ότι, σήμερα, κάτι πηγαίνει λάθος… πολύ λάθος. Όχι ότι ακούμε λάθος μουσική, ότι η λογοτεχνία μας θα έπρεπε να περιστρέφεται περισσότερο γύρω από κείνη ή την άλλη θεματολογία ή ότι μου λείπει το φαγητό από το ξυλόφουρνο της γιαγιάς, αλλά έχω την εντύπωση ότι τα πράγματα είναι λίγο πιο τεχνητά, βιομηχανικά, σαν να έχουν βγει από το ίδιο εργοστάσιο παραγωγής. Χειρότερα, από μετρήσιμα άσχημα μέχρι απροσδιόριστα άσχημα, με την αίσθηση ότι κάτι δεν είναι σωστό, κάτι δεν είναι όπως πρέπει.
Αποσκατικοποίηση ονομάζεται (enshitification), η ιδέα ότι κάτι είναι κατώτερης ποιότητας από ότι θα έπρεπε να είναι. Αγοράζεις με τα ίδια λεφτά, κατώτερης ποιότητας αγαθό ή υπηρεσία.
Ας πάμε πρώτα με τα μετρήσιμα…
Κοιτάξτε τις ηλεκτρικές συσκευές. Η μάνα μου έχει ένα ψυγείο που δουλεύει κοντά 60 χρόνια! Η κουζίνα το ίδιο (με μια μικρή επιδιόρθωση στο φούρνο). Παλιά οι συσκευές άντεχαν, έπαιρνες πράγματα που ήξερες ότι θα κρατούσαν μια ζωή, τώρα πια είναι ευχής έργο να κρατήσουν 10 χρόνια. Έχω μικροσυσκευές που λυπάμαι να πετάξω και το μόνο που θέλουν είναι ένα μικρό ανταλλακτικό. Η τηλεόραση είναι το ίδιο. Αν όχι κάθε 10 χρόνια, κάθε 15 μια αλλαγή θα την κάνουμε. Ή θα χαλάσει. Κατά διαβολική σύμπτωση, μερικές συσκευές χαλάνε λίγο μετά το πέρας της εγγύησης. Όσο για τα κινητά…
Ξέρω ότι οι νεότερες γενιές πάντα ήθελαν τα νεότερα γκατζετάκια και ότι αγκάλιαζαν με περισσότερο πάθος την τεχνολογία, αλλά νομίζω ότι μερικές περιπτώσεις (π.χ. Iphone) είναι υπερβολικές. Πόσα κινητά να πάρεις πια και τι καινούργιο – που θα χρησιμοποιήσεις – έχει το καινούργιο μοντέλο σε σχέση με το προηγούμενο;
Αυτοκίνητα; μέχρι πριν 40 χρόνια, έπαιρνες ένα αυτοκίνητο και το είχες μια ζωή. Τώρα πια, υπάρχουν άνθρωποι που αλλάζουν τα αυτοκίνητα ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Και δε μιλάω για 1-2 αυτοκίνητα, μιλάω για 5-6. Πάει πια η εποχή που το αυτοκίνητο το συντηρούσες για μια ζωή και σε έβγαζε και αυτό ασπροπρόσωπο. Το αυτοκίνητο που μπορεί να είχες και μια συναισθηματική σχέση μαζί του (γιατί είχατε περάσει τόσα πολλά και είχατε πάει σε τόσα μέρη) έγινε πια “asset” και δεν είναι πια “affordable” και αποδοτικό να έχεις το ίδιο αυτοκίνητο για πολλά χρόνια. Πρέπει να αλλάξεις με ένα μοντέλο που καίει λιγότερο και έχει περισσότερη απόδοση – άλλο που έτσι δεν θα κάνεις απόσβεση ποτέ.
Υπολογιστές… ασχολούμαι με υπολογιστές εδώ και 30 χρόνια περίπου, ερασιτεχνικά. Μέχρι που σκεφτόμουν να γίνω τεχνικός υπολογιστών. Μην παίρνετε τη γνώμη μου κατά γράμμα (ή πάρτε την, δική σας είναι η ευθύνη) αλλά οι εταιρίες λογισμικού (και hardware) μας δουλεύουν ψιλό γαζί. Παραδείγματα; Άπειρα! Και από εταιρίες λογισμικού αλλά και από εταιρίες hardware. Και κάθε χρόνο σχεδόν ρίχνεις λεφτά σε ένα πιθάρι που δεν έχει πάτο για να πάρεις την τάδε κάρτα γραφικών για να τρέξει το τάδε παιχνίδι – που σε μερικά χρόνια θα βγει το άλλο παιχνίδι και θα χρειαστείς άλλη κάρτα – ή θα βάλεις και λίγη μνήμη ακόμη (γιατί η μνήμη δεν είναι ποτέ αρκετή) ή θα βάλεις και άλλο σκληρό ή οτιδήποτε.
Κατανάλωσε χαρούμενος μέχρι να βγει το επόμενο καταπληκτικό προϊόν (pc, ταινία, σειρά, βιβλίο κ.λ.π.) και μη λες πολλά.
Στοπ!
Πάμε και σε αυτά που δεν μπορείς να τα υπολογίσεις, σε αυτά που έχεις μια απροσδιόριστη αίσθηση ότι κάτι πάει στραβά, στα μη μετρήσιμα…
Πριν αρκετά χρόνια, είχε πέσει στα χέρια μου ένα παιχνίδι RTS (Real Time Strategy) που λεγόταν Starcraft. Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες αλλά όλη η υπόθεση γυρνούσε γύρω από έναν επικό πόλεμο στα γαλαξία μας μεταξύ τριών ειδών, κάποιων ανθρώπινων αποικιών πολύ μακριά από τη Γη, ενός εξωγήινου πολιτισμού (εξαιρετικά εξελιγμένου τεχνολογικά) και ενός εξωγήινου – κάπως εντομοειδούς – είδους με συλλογική νοημοσύνη. Όλα ωραία και καλά, η ιστορία είχε πολύ καλές ανατροπές μέχρι το τέλος όπου αφήνει αιχμές για μια μεγαλύτερη απειλή που ελλοχεύει στο μέλλον. Και μετά από δέκα (περίπου) χρόνια, βγαίνει το Starcraft 2. Όλα καλύτερα, μεγαλύτερα και πιο επικά. Αλλά…
Η όλη ιστορία με κάποιο τρόπο είναι… άψυχη! Πήραν την κεντρική ιδέα μιας ακόμη μεγαλύτερης απειλής, βάλανε μέσα όλα τα σωστά λόγια, όλες οι σωστές εκφράσεις και ανατροπές είναι εκεί, υπάρχουν πάρα πολλές δυσκολίες για να ξεπεραστούν και το μεγαλύτερο μάθημα – και κλειδί ταυτόχρονα – είναι η συνεργασία αλλά όλο το εγχείρημα μοιάζει … βιομηχανοποιημένο! Το όλο πράγμα δίνει την αίσθηση ότι η ιστορία έγινε πρωτίστως για να τσεκαριστούν τα σωστά κουτάκια. Σαν η ομάδα του Starcraft 1 να έφτιαξε τον σκελετό της ιστορίας και να δώσανε μετά αυτό το σκελετό σε ένα bot για να γράψει την ιστορία του Starcraft 2, γιατί τους είχαν απολύσει στο μεταξύ. Πράγμα που, έχω την εντύπωση, δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Πολύς κόσμος είχε φύγει από την εταιρία στο ενδιάμεσο.
Λογοτεχνία… από την εφηβεία μου, η Φανταστική λογοτεχνία ήταν η απόδραση και το αποκούμπι μου, σε ένα κόσμο που γινόταν όλο και λιγότερο φιλικός. Λάτρευα να πηγαίνω σε βιβλιοπωλεία και σε εκθέσεις βιβλίων. Λέω λάτρευα, γιατί εδώ και λίγα χρόνια, δεν καίγομαι πια να πηγαίνω σε εκθέσεις. Ούτε σε βιβλιοπωλεία. Γιατί;
Γιατί το όλο εγχείρημα της λογοτεχνίας, στην Ελλάδα, είναι πια μπαγιάτικο.
Τέσσερα χρόνια πριν, παρατήρησα ότι στα φεστιβάλ βιβλίου που πήγαινα, έβλεπα τα ίδια και τα ίδια. Οι αριστερές εκδόσεις τα ίδια έργα, οι χριστιανικές εκδόσεις τα ίδια έργα, η “υψηλή” ή “κουλτουριάρικη” λογοτεχνία τα ίδια έργα… γενικώς δεν έβρισκα κάτι να μου γεμίσει το μάτι. Ξεραΐλα, ακόμη και σε εκδόσεις που ασχολούνταν με την Φανταστική Λογοτεχνία (φαντασίας, τρόμου, ηρωική κλπ). Περιμέναμε χρόνια (!) να επανεκδοθεί το Dune, ένα κλασικό έργο που είχε εξαντληθεί. Άλλα έργα, που ξέρω ότι τα ψάχνει πολύς κόσμος, δεν επανεκδίδονται γιατί … έτσι. Και βλέπω να εκδίδουν ιστορίες πολεμικές, με εξωγήινους που δεν είναι κακές αλλά, ταυτόχρονα, δεν είναι και ιδιαίτερα καλές. Μάλλον σύμπτωση θα είναι που τις τραβάνε όσο περισσότερο μπορούν για να τυπώσουν περισσότερα βιβλία και να βγάλουν από τη μύγα ξύγκι. Γιατί αν διαβάσεις το “Εισβολή 1”, θα διαβάσεις και το “Εισβολή 2”, δε θα μείνεις στη μέση, σωστά; Διάβασε τώρα και το “Άμυνα 1” για να δεις πως θα περάσουμε στο “Άμυνα 2”. Και φυσικά, μην ξεχάσεις να δεις πως τελειώνει (πιθανόν) η ιστορία με το “Αντεπίθεση 1” και “Αντεπίθεση 2”…
Και πες ότι εγώ είμαι περίεργος και μονόχνοτος με τα λογοτεχνικά μου γούστα (είμαι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα), εκεί όμως που τα πράγματα έχουν πάει εντελώς χάλια είναι οι συνδρομές.
Συνδρομητικά τα πάντα!
Κάποιος είχε πει κάποτε ότι θα πληρώνουμε τα πάντα και δεν θα κατέχουμε τίποτα. Το κάποτε είναι εδώ.
Δεν μεγάλωσα σε οικογένεια με λεφτά. Η μουσική ήταν ένας από τους τρόπους που είχα για να φεύγω λίγο από την καθημερινότητά μου, όταν αυτή γινόταν πολύ πιεστική. Και σαν γνήσιο τέκνο της δεκαετίας ‘80-’90, αυτό σήμαινε αντιγραφή σε κασέτες, συλλογές σε κασέτες και γενικώς πειρατεία (όχι εγώ, κάποιος από το χωριό, δεν τον ξέρετε)! Κάπου κάπου, επειδή ήθελα να νιώσω και γω ότι μπορώ να κάνω και κάτι παραπάνω, αγόραζα και αυθεντικά άλμπουμ. Έχω ακόμη τις αυθεντικές κασέτες, CD και αγαπημένα βινύλια! Όσο να ‘ναι, τα έχεις στα χέρια σου, είναι πάντα εκεί και όποτε θέλεις τα ακούς. Δεν θα σου τα πάρει ποτέ κανένας…
εκτός αν έχεις Spotify …
Πριν μερικά χρόνια, έμαθα για το Spotify. Μου έκανε φοβερή εντύπωση πως πληρώνεις συνδρομητικά για κάτι που ΔΕΝ μπορείς να κατεβάσεις στον υπολογιστή σου, το ακούς και θα πρέπει να συνεχίσεις να το πληρώνεις για να μπορείς να το ακούς! Και αν κάποια μέρα το Spotify αποφασίσει ότι τα τάδε κομμάτια δεν θα είναι διαθέσιμα (ενώ μέχρι τότε ήταν), καλή δύναμη, θα τη χρειαστείτε! Δεν θα μπορείτε να ακούσετε τη μουσική που θέλετε και έχετε ήδη πληρώσει! Οι κασέτες που έγραφα, μπορεί να μην είχαν πάντα καλή ποιότητα, αλλά τριάντα χρόνια μετά, τις κατέχω και αν θέλω τις καίω ή τις κρατάω. Είναι δικές μου και είναι η ιδιοκτησία ΜΟΥ. Όχι με το Spotify.
Streaming services (για ταινίες, σειρές κλπ). Γρήγορα-γρήγορα, ξεκίνησαν με το δόλωμα της φτηνής συνδρομής, ευκολίας (βλέπεις ότι θες, παντού), και χωρίς διαφημίσεις και έχουν φτάσει σε σημείο κάποια σειρά να είναι η μισή σεζόν εδώ, η άλλη μισή σεζόν αλλού και η τελευταία σεζόν αλλού και αυτή! Και με διαφημίσεις. Μόλις εξασφάλισαν το μονοπώλιο, έφυγαν οι ευκολίες, έφυγαν τα πάντα…
Και τελευταίο παράδειγμα απληστίας, η Adobe με το Adobe Suite. Μία οικογένεια προγραμμάτων επεξεργασίας βίντεο και εικόνας, όπου πληρώνεις μέχρι και πέντε ΧΙΛΙΑΔΕΣ (5000) ευρώ για να νοικιάσεις όλη τη σουίτα προγραμμάτων! Προσοχή! Όχι να τα αγοράσεις, να τα νοικιάσεις (για ένα χρόνο, τον επόμενο άλλα 5000 ευρώ). Και αν διακόψεις κάποια στιγμή, τα αρχεία σου – που μόνο στο cloud μπορείς να τα σώσεις – μένουν στο cloud και δεν μπορείς να τα κατεβάσεις! Δωράκι στην εταιρία (εκπαιδεύουν το ΑΙ τους με αυτά).
Κάποτε αγόραζες πράγματα, που τα είχες για πάντα. Σήμερα, νοικιάζεις πρόσβαση, άδεια λειτουργίας, συνδρομή ή ένα οικοσύστημα από το οποίο είναι δύσκολο να φύγεις (βλέπε Windows).
Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών; είσαι σκλάβος τους. Ανά πάσα στιγμή, αν αποφασίσουν ότι κάτι δεν θα είναι διαθέσιμο στη χώρα σου ή ότι πρέπει να πληρώσεις κάτι έξτρα για να εξακολουθήσεις να το έχεις, θα το κάνουν και τρέξε να διαμαρτυρηθείς εσύ.
Δεν θέλουμε κάτι έξτρα, θέλουμε αυτά για τα οποία πληρώσαμε, όχι απλά δεν θέλουμε κάτι παραπάνω, έχουμε φτάσει στο σημείο να θέλουμε αυτό για το οποίο πληρώσαμε! Απλά.
Και το ερώτημα είναι το εξής: γιατί τόσα διαφορετικά πράγματα αλλάζουν προς το χειρότερο με παρόμοιο τρόπο; Ποιος είναι ο μηχανισμός. Για ποιο λόγο γίνεται όλο αυτό; Είναι αναπόφευκτο ή μπορούμε να το αποτρέψουμε;
Υπάρχει μια αμερικάνικη έκφραση “follow the money” (ακολούθα το χρήμα). Δεν είναι ο μόνος λόγος, αλλά είναι ο πιο προφανής. Μπορούμε να ξεκινήσουμε από κει.
Το 18ο αι. είχε ξεκινήσει η βιομηχανική επανάσταση στην Αγγλία. Η όλη ιδέα της βιομηχανίας, ανέβηκε πολλά επίπεδα στην Αμερική από τον Φορντ. Ήθελε να κάνει τα αυτοκίνητά του φτηνότερα και πιο προσιτά και το έκανε μέσω της βιομηχανοποίησης. Μόνο που η βιομηχανοποίηση μπορεί να κάνει φτηνότερα τα πάντα. Είναι λογικό μια επιχείρηση να προσπαθεί να μειώσει το κόστος του προϊόντος της και να αυξήσει τα κέρδη. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πρόβλημα. Το βιομηχανοποιημένο προϊόν γίνεται copy-paste, μια σειρά από αναρίθμητα αντίγραφα. Αυτό είναι καλό για κάποια προϊόντα όπως π.χ. μηχανές ή εργαλεία, δεν θες να παράγεις τρυπάνια χειρός και το ένα να συμπεριφέρεται διαφορετικά από το άλλο, εκεί η ομοιομορφία είναι επιθυμητή. Όταν όμως η “βιομηχανία” σου είναι ο τουρισμός (το έχουμε ακούσει αυτό στην Ελλάδα, ε;), η παραγόμενη ομοιομορφία είναι ως επί το πλείστον ανεπιθύμητη. Παρατηρήστε το και σεις τις επόμενες φορές που θα βγείτε έξω, τα περισσότερα μαγαζιά είναι σαν να έχουν βγει από γραμμή παραγωγής. Ίδιο φαγητό, ίδια εξυπηρέτηση (με ίδιες εκφράσεις πολλές φορές, πόσες φορές όταν δίνετε μια παραγγελία σας απαντάνε “Τέλεια”;) και ίδια… ατμόσφαιρα. Το συνοικιακό μαγαζάκι που είχε το δικό του στυλ και ρυθμό, γίνεται όλο και πιο σπάνιο.
Με λίγα λόγια, βιομηχανοποίηση και μονοπώλιο. Ας διαμαρτυρηθείς όσο θες, όταν η εταιρία που πουλά αυτό που θες γίνει μονοπώλιο, που θα πας;
Μείωση κόστους και αύξηση κερδών με κάθε τρόπο.
Δεν είναι κακό μια επιχείρηση να μεγαλώνει. Και μάλιστα, θα πρέπει να βάλει κανόνες και διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθηθούν αν θελήσει να επιβιώσει και να μεγαλώσει. Όταν όμως μεγαλώσει υπερβολικά, το τέρας της γραφειοκρατίας προβάλλει το άσχημο κεφάλι του. Οι διαδικασίες γίνονται αρτηριοσκληρωτικές, άκαμπτες και εχθρός της προόδου. Μπαίνουν μέσα CEO και μέτοχοι, και αν η εταιρία είχε κάποιο όραμα, αυτό παραγκωνίζεται για το κέρδος, συνήθως απομυζώντας τους πελάτες της. Και το κακό είναι ότι ένας CEO μπορεί να πάει σε μια εταιρία που να μην ξέρει τίποτα για το παραγόμενο προϊόν ή υπηρεσία. Ξέρει όμως να βγάζει χρήματα. Και αυτό γίνεται αυτοσκοπός. Εκεί κολλάει και η ομογενοποίηση, στον άνθρωπο που μπορεί να μην ξέρει τη διαφορά ανάμεσα στα κόμικ και μια υπηρεσία ενοικίασης ταξί, ξέρει όμως να μυρίζει το χρήμα, όπως ο καρχαρίας το αίμα στη θάλασσα. Εντελώς διαφορετικά πράγματα, ίδια προσέγγιση.
Και να μην ξεχνάμε τον αρτηριοσκληρωτικό χαρακτήρα μιας επιχείρησης, όταν μεγαλώνει από ένα σημείο και πάνω. Όταν το μέγεθος ξεπερνάει μια κρίσιμη μάζα, η όλη διαδικασία γίνεται άκαμπτη, δυσκίνητη και αλλεργική στις αλλαγές. Η διαδικασία – με κάποιον τρόπο – δίνει προτεραιότητα στην ίδια την διαδικασία (γιατί αν μας έφερε μέχρι εδώ, είναι σωστή, σωστά;). Πάγωμα με λίγα λόγια… Αρτηριοσκλήρωση.
Επίσης, το μεγάλο μέγεθος μιας εταιρίας, καταστρέφει και κάτι άλλο. Την συγκέντρωση της γνώσης. Όταν μια εταιρία από 20 π.χ. άτομα γίνει 100, ξαφνικά το προϊόν που έφτιαχνε, παύει να είναι κάτι που το έχουν όλοι λίγο-πολύ στο μυαλό τους. Ξαφνικά, από εκεί που ήξεραν όλοι ένα μεγάλο μέρος της τεχνικής διαδικασίας, ο διευθυντής ξέρει ότι οι πωλήσεις έπεσαν κατά χ%, η απόρριψη ανέβηκε κατά 2,3%, φταίει εκείνο το τμήμα – όχι, φταίει το άλλο … και ο καταναλωτής ξαφνικά έχει μείνει με ένα χειρότερο προϊόν.
Και δεν χρειάζεται να τα ρίξουμε απαραίτητα στους κακούς CEO και διευθυντές. Οι καταναλωτές, από τη μεριά τους, πιέζουν για χαμηλότερες τιμές, οι υπεύθυνοι ακολουθούν αυτή τη γραμμή και μερικές φορές, αυτό είναι όλο που χρειάζεται να γίνει. Ο ανταγωνιστής θα κατεβάσει και αυτός την τιμή, η αρχική εταιρία θα πιεστεί περισσότερο, θα ρίξει την ποιότητα αναγκαστικά και ούτω καθεξής…
Δεν υπάρχει ένας ένοχος. Υπάρχει ένα σύστημα κινήτρων που ανταμείβει όλο και περισσότερο τη μετρήσιμη, βραχυπρόθεσμη αξία, ενώ δεν μπορεί – ή δεν θέλει, γιατί είναι δύσκολο – να τιμολογήσει την ανθεκτικότητα, την πρωτοτυπία και την αξία του προϊόντος πέρα από τα μετρήσιμα χαρακτηριστικά του. Αυτό το σύστημα μπορεί να γίνει εξαιρετικά αποτελεσματικό στο να παράγει και να πουλά πράγματα, αλλά τα πράγματα που παράγει, να γίνονται όλο και χειρότερα.
Δυστυχώς όμως, οι εταιρίες ξεχνάνε ένα βασικό κανόνα της ζωής, και συνήθως η ζωή τους το θυμίζει με το μόνο τρόπο που αρέσκεται να το κάνει: με μια καλή κατραπακιά!
Η ποιότητα έχει κόστος, αλλά το κόστος της κακής ποιότητας έρχεται αργότερα…