Εγώ το κάνω παραδοσιακά!

Εγώ το κάνω παραδοσιακά!

Καλησπέρα σε όλους τους αναγνώστες μου. Τι έγινε το Πάσχα, περάσατε καλά; Φάγατε, ήπιατε (το είχατε τόσο πολύ ανάγκη άλλωστε, και γω μαζί, δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω), σουβλίσατε, βάλατε και μουσική, μάλλον στη διαπασών… Παραδοσιακά πράγματα λοιπόν!

Μια που είπαμε για Πάσχα και παράδοση, λέω να σας πω και ‘γω μια ιστορία. Μια ιστορία που περιλαμβάνει πιθήκους, βετεράνους του Βιετνάμ και μια περίεργη σκοπιά. Δεν έχει σχέση με το Πάσχα, έχει όμως σχέση με την παράδοση. Τις παραδόσεις γενικώς. Θα με ρωτήσετε – και με το δίκιο σας – τι σχέση έχουν όλα αυτά και γιατί σας τα λέω. Υπομονή…

Πριν αρκετά χρόνια, κάποιος ερευνητής έκανε το εξής πείραμα: αποφάσισε να βάλει σε ένα κλουβί 5 χιμπατζήδες και τους έκοψε το φαγητό! Όχι εντελώς, δεν ήθελε να τους σκοτώσει, τους έδινε όμως λίγη τροφή και έτσι οι χιμπατζήδες ήταν μονίμως πεινασμένοι. Μέχρι την ημέρα που έβαλαν μια σκάλα με μπανάνες στο κλουβί και τα πράγματα απόκτησαν ενδιαφέρον.

Βλέπετε, όταν κάποιος χιμπατζής έτρωγε τις μπανάνες, οι ερευνητές έλουζαν με κρύο νερό όχι αυτόν, αλλά τους άλλους! Και οι υπόλοιποι χιμπατζήδες δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Όποιος πήγαινε να βάλει χέρι στις μπανάνες, έτρωγε ξύλο, μέχρι που είχαν μάθει όλοι ότι οι μπανάνες είναι απαγορευμένο πράγμα και καλό είναι να έχουν τα χέρια τους (και τα πόδια τους) μακριά. Τα σκυλιά του Πάβλοφ σας θυμίζει, ε; Εξαρτημένα αντανακλαστικά, σωστά; Ναι, με μια μικρή διαφορά.

Μετά από λίγο καιρό, βγάλανε έναν χιμπατζή από την ομάδα και έβαλαν ένα άλλο, άσχετο, ο οποίος δεν ήξερε τίποτα για τιμωρίες με νερά. Ο καημένος πήγε να πάρει τις μπανάνες και – φυσικά – οι υπόλοιποι τον άρχισαν στο κυνήγι. Μία, δύο, τρεις φορές, ο νέος χιμπατζής έμαθε το μάθημά του και άφηνε τις μπανάνες ήσυχες. Πέρασε πάλι λίγος καιρός και, αφού τα πράγματα είχαν ηρεμήσει, έβγαλαν άλλο έναν από την αρχική ομάδα και πρόσθεσαν έναν άλλο εντελώς άσχετο, που δεν ήξερε τη ρουτίνα. Προβλέψιμα, πήγε και αυτός να πάρει το μερτικό του από το δωρεάν φαγητό και αντί γι’ αυτό πήρε μπουνιές και τραβήγματα. Δεν καταλάβαινε γιατί, αλλά ήταν μόνος του και δεν μπορούσε να τα βάλει με άλλους τέσσερεις οπότε συμμορφώθηκε και άφησε τις μπανάνες ήσυχες. Μετά από μερικές βδομάδες έβαλαν πάλι έναν άλλο, άσχετο, οπότε η ιστορία επαναλήφθηκε και συνέχισαν μέχρις ότου στην ομάδα δεν είχε μείνει ούτε ένας από τους πέντε αρχικούς. Η συμπεριφορά της ομάδας όμως επέμενε!

Σκεφτείτε το: μία ομάδα από χιμπατζήδες, η οποία εκδήλωνε μια συμπεριφορά που δεν είχε κανένα λόγο να κάνει. Κάτι που δεν είχε σημασία, ούτε λόγο ύπαρξης. Και αν τους ρώταγε κανείς και μπορούσαν να μιλήσουν, θα έλεγαν “Δεν ξέρω γιατί, αλλά έτσι κάνουμε τα πράγματα εμείς εδώ”.

Στο βιβλίο του “Homo Sapiens”, ο Χαράρι έλεγε πως η κατάκτηση της γεωργίας ήταν ένα σταδιακό φαινόμενο. Στην αρχή βλέπεις στην άκρη του δρόμου που ακολουθείς για γενιές και γενιές (σε κύκλους καλοκαίρι – χειμώνας), να φυτρώνουν τα χορταράκια που μαζεύεις και τρως τους σπόρους τους (σιτάρι). Αρχίζεις να ρίχνεις λίγα στις άκρες για να βοηθήσεις στο φύτρωμα και να βρεθούν περισσότερα την επόμενη φορά που θα ξανάρθεις. Μετά, αρχίζεις να ρίχνεις σε σημεία που είναι πιθανότερο να φυτρώσουν. Αρχίζεις να βγάζεις τις πέτρες που εμποδίζουν την καλλιέργεια. Μπορεί να είναι κοπιαστική εργασία, τουλάχιστον όμως γεμίζει το στομάχι και έχεις και μια κάπως σταθερή πηγή τροφής έστω και αν δεν είναι ιδιαίτερα ποιοτική σε σχέση με την τροφή από όταν ήσουν κυνηγός – συλλέκτης (βέβαια αυτό δεν το ξέρεις ακόμα, θα χρειαστούν γύρω στα 9000 χρόνια για να το μάθεις). Και κάποια στιγμή, η περιποίηση των χωραφιών των σπαρτών παίρνει τόσο πολύ χρόνο που αποφασίζεις να ιδρύσεις μόνιμους οικισμούς! Μέσα σε 2-4 γενιές, οι άνθρωποι έχουν εγκαταλείψει ή ξεχάσει πως υπήρξαν κάποτε κυνηγοί – τροφοσυλλέκτες. Ή δεν μπορούν να γυρίσουν στον προηγούμενο τρόπο ζωής (για λόγους που δεν γίνεται να αναλυθούν στο παρόν άρθρο).

Έχω μεγαλώσει σε χωριό και έχω δει την εξέλιξη προς την άλλη μεριά. Ενώ τα περισσότερα παιδιά της γενιάς μου ήξεραν από χωριό, τα σημερινά παιδιά σπάνια μπορούν να φανταστούν πως είναι η ζωή, οι εικόνες και οι μυρωδιές ενός χωριού. Τα περισσότερα είναι κολλημένα στη ζωή της πόλης.

1-2 γενιές χρειάστηκε για να γίνει.

Πάμε τώρα καμιά εξηνταριά χρόνια πίσω, σε μια χώρα με οργιώδη βλάστηση και κάπου κάπου λίγα χωράφια. Βιετνάμ…

Τη δεκαετία του ‘60 και του ‘70, έλαβε χώρα ο πόλεμος του Βιετνάμ, μια από τις πιο πικρές σελίδες της ιστορίας των Ηνωμένων Πολιτειών, κυρίως γιατί σε αυτόν τον πόλεμο χάσανε (αν είχαν κερδίσει, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά). Κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος του πολέμου, η αμερικάνικη κυβέρνηση αντιμετώπισε ένα μεγάλο πρόβλημα: τους τοξικομανείς βετεράνους της! Πολλοί που υπηρετούσαν στο Βιετνάμ, είχαν αναπτύξει εθισμό σε ουσίες, από απλό “μαύρο”, χάπια ή – ακόμη χειρότερα – ηρωίνη. Το πρόβλημα ήταν το πως να χειριστούνε μια ολόκληρη φουρνιά τοξικομανών που θα γύρναγε πίσω. Τι θα τους έκαναν; Πως θα τους χειρίζονταν; Η εγκληματικότητα θα ανέβαινε και πόσο πολύ; Οι στρατιώτες γύρισαν πίσω και απλά… ξέκοψαν! 90-95 % των στρατιωτών που είχαν πρόβλημα με ουσίες, αποφάσισαν να συνεχίσουν τη ζωή τους. Βλέπετε, το πρόβλημα με τον εθισμό (πέρα από το οργανικό – βιολογικό κομμάτι) είναι ότι αν έχεις κάτι να προσμένεις για το μέλλον, κάτι που να σου δίνει δύναμη για να τα βγάλεις πέρα, ένα ΣΚΟΠΟ και να μην περιφέρεσαι σαν άδικη κατάρα (υπάρχει και δίκαιη;;;), δεν έχεις λόγο να πέσεις στα ναρκωτικά. Και όταν οι άνθρωποι απομακρύνθηκαν, από το στρεσογόνο περιβάλλον  που έκανε θελκτική την χρήση ουσιών, ξέκοψαν!

Ναι , αλλά ακόμη τον εθισμό τον αντιμετωπίζουμε σαν τον μεγάλο μπαμπούλα, που είναι έτοιμος να μας καταπιεί. Ο χρήστης ουσιών έχει ακόμη το στίγμα επάνω του και μερικές φορές τον θεωρούμε ήδη ξοφλημένο. Τι είπατε; Old habits die hard? Ε, αυτό προσπαθώ να πω και γω! Ο τρόπος που το αντιμετωπίζουμε είναι συνήθεια, παράδοση! Δεν έχει αρχίσει να φαίνεται πια; ο εθισμός δεν θέλει – μόνο – το χημικό ξέκομμα από τις ουσίες, θέλει αλλαγή σκέψης, ο εθισμός δεν είναι μόνο η ουσία — είναι και το περιβάλλον στο οποίο ζεις! Αυτό το ξεχνάμε γιατί κανένας δεν το είχε δει μέχρι εκείνη τη στιγμή και αντιμετωπίζαμε όλο το θέμα μηχανικά, με εξαρτημένα αντανακλαστικά, παραδοσιακά…

Εν συντομία, το ίδιο ακριβώς πείραμα με ποντίκια είχε γίνει τη δεκαετία του ‘60. Ποντίκια στο εργαστήριο με τα κλουβιά να έχουν ένα κάνιστρο με νερό και ένα κάνιστρο με νερό και κοκαϊνη. Τα αποτελέσματα ήταν αδιαμφισβήτητα: όλα τα ποντίκια εμφάνισαν εθισμό στο νερό με την κοκαϊνη. Άρα η κοκαϊνη είναι εθιστική. Τριάντα χρόνια μετά, ένας άλλος ερευνητής σκέφτηκε ότι τα ποντίκια δεν ήταν στο φυσικό τους περιβάλλον και ότι τα αποτελέσματα δεν ήταν τα σωστά. Έφτιαξε λοιπόν μια “ποντικούπολη” με ότι χρειάζεται ένα ποντίκι. Παιχνίδια, συντροφιά, χώρο… το κάνιστρο με τον νερό και την κοκαϊνη, έμεινε ανέγγιχτο. Τα ποντίκια αυτή τη φορά, είχαν σκοπό, ζωή…

Όταν το περιβάλλον άλλαξε, άλλαξε και η συμπεριφορά…


Και δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι – νευρολογικά μιλώντας – μια μικρή, αδιάφορη συνήθεια (ή συμπεριφορά), ξεκινάει και περνάει από ένα συγκεκριμένο νευρωνικό διάδρομο στο μυαλό. Εκτελείς μια κίνηση και ενεργοποιούνται συγκεκριμένοι νευρώνες. Με την επανάληψη, ενισχύεται ο συγκεκριμένος νευρικός διάδρομος (οι νευρίτες ισχυροποιούνται) και από κάποια στιγμή και μετά, η συμπεριφορά κλειδώνει και είναι δύσκολο να αλλάξει. Δεν είναι απαραίτητα λάθος, είναι η εξέλιξη που έχει δώσει αυτή τη δυνατότητα στον εγκέφαλό μας να ισχυροποιεί τα μοτίβα που χρησιμοποιούμε πιο συχνά. Αν τα χρησιμοποιούμε συχνά, άρα είναι χρήσιμα και μας έχουν βοηθήσει να επιβιώσουμε, σωστά; Αν δεν ίσχυε, θα είχαμε πεθάνει, έτσι; Καλούπωσέ τη λοιπόν σε νευρολογικά μονοπάτια (σαν ένα ποτάμι που διαβρώνει τη γη που διασχίζει σε φαράγγι από τη συνεχή ροή) αφού είναι τόσο χρήσιμη. Μόνο να προσέχεις ότι αυτό που ισχυροποιείς είναι όντως χρήσιμο…

Όπως δεν ήταν χρήσιμη η ιστορία με τους χιμπατζήδες που είπα στην αρχή! Στην πραγματικότητα, δεν έγινε ποτέ: την είχα ακούσει κάπου, κάποτε και είχα πιστέψει ότι ήταν αληθινή. Την έλεγα και την χρησιμοποιούσα όπου μπορούσα σαν απόδειξη των λεγόμενων μου, χωρίς να την αμφισβητήσω ποτέ, χωρίς να αναρωτηθώ. Σαν παράδοση… σαν κάτι που είχε έρθει από το παρελθόν και είχε μείνει εκεί, χωρίς να ξέρω γιατί και χωρίς να αναρωτιέμαι, έχοντας μείνει να το αναπαράγω τυφλά. Δεν ήταν το μόνο παράδειγμα που μπορούσα να φέρω, ήταν όμως από τα πιο τρανταχτά.

Μπορούμε να φέρουμε πολλά παραδείγματα, θα ήταν όμως πια σκέτη φλυαρία. Νομίζω ότι το συμπέρασμα είναι αναπόφευκτο: όταν το περιβάλλον αλλάζει, αλλάζει και η συμπεριφορά. Μερικές φορές όμως, η συμπεριφορά επιμένει, σαν κάποια φαγούρα στο νου που δεν λέει να φύγει. Μιμίδια τα είπε πει ο Dawkins, μιμίδια τα λέμε και στην εποχή του facebook. Και τα άτιμα, αρνούνται να παραδώσουν εύκολα τη θέση τους!

Ίσως τελικά να μην διαφέρουμε και τόσο από αυτούς τους χιμπατζήδες. Απλώς οι δικές μας ‘μπανάνες’ λέγονται συνήθειες, πεποιθήσεις και βεβαιότητες. Και τελικά, ποιές από τις συνήθειές μας είναι οι μπανάνες που δεν τις τρώμε γιατί φοβόμαστε την ψυχρολουσία της αμφισβήτησης;

Υ.Γ: Και μια μικρή ιστορία για να κλείσουμε με ένα απίστευτο παράδειγμα που αναδεικνύει το μοτίβο που περιγράφω. Μετά τον 2ο Π.Π., η Αγγλία ήθελε να εκσυγχρονίσει το πυροβολικό της. Μέσα σε αυτή τη διαδικασία, περιλαμβανόταν και ο χρόνος που χρειάζεται να γίνει μια βολή. Υπήρχε λοιπόν μια επιτροπή που γύρναγε από πυροβολαρχία σε πυροβολαρχία και κατέγραφε τη διαδικασία (άσχετοι και ακριβώς γι’ αυτό οι πιο κατάλληλοι να καταγράψουν τη διαδικασία χωρίς παρωπίδες). Παρατήρησαν λοιπόν ότι δεν γινόταν η βολή αν κάποιος δεν πήγαινε πίσω και αριστερά καμιά δεκαριά μέτρα για να δώσει την εντολή. Όταν ρώτησαν γιατί το έκαναν αυτό, έλαβαν την απάντηση ότι … έτσι είναι η διαδικασία! Κανένας δεν ήξερε γιατί! Συνέχισαν να καταγράφουν τη διαδικασία σε διάφορες πυροβολαρχίες και πάντα ρωτούσαν γιατί το έκαναν αυτό. Και δεν ήξερε κανένας! Ρώταγαν από δω, ρώταγαν από κει, τίποτα και κανένας δεν είχε ιδέα. Και αυτή η ιστορία τραβούσε μήνες! Μέχρι που κάποια στιγμή, έφτασαν σε μια πυροβολαρχία όπου υπηρετούσε και ένας βετεράνος του 1ου Π.Π. και ρώτησαν και κει, πιο πολύ για την τιμή των όπλων. Ο βετεράνος όμως τους είπε ότι ήξερε γιατί το κάνουν αυτό. “Πες μας ρε άνθρωπε και μας έχει φάει η περιέργεια” του είπαν (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων). Και ο άνθρωπος εξήγησε ότι στον 1ο Π.Π. τα πυροβόλα τα έσερναν άλογα. Τα άλογα τα κρατούσαν αριστερά και έπρεπε κάποιος να πάει εκεί και να τα κρατήσει από τα γκέμια και να δώσει το ΟΚ ώστε τα άλογα να μη μπορούν να φύγουν όταν ακούσουν το μπουμ. Ιιιιιιι……

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *