Οι ήρωες γεννιούνται και εσύ θα το καταπιείς θες – δε θες!??
Οι ήρωες γεννιούνται και εσύ θα το καταπιείς θες – δε θες!??
Ζούμε σε έναν περίεργο, απέραντο και πολύπλοκο κόσμο. Το να τον γνωρίσεις είναι μια διαδικασία χωρίς τέλος γιατί αυτός είναι απέραντος (άπειρος πρακτικά), εσύ πεπερασμένος διανοητικά και χρονικά (πόσο θα ζήσεις άλλωστε;) και το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να φωτίσεις ένα κομμάτι του, όσο μπορείς και το επιτρέπουν οι δυνάμεις σου. Και η βοήθεια για να τον κατανοήσεις λίγο περισσότερο μπορεί να έρθει από τα πιο αναπάντεχα μέρη. Όπως από ένα μιμίδιο.
Πριν μερικούς μήνες, έπεσα πάνω σε ένα post στο Facebook που δεν πολυσκέφτηκα αν είναι σωστό ή όχι γιατί ήταν (περίπου) αυταπόδεικτο. Ήταν δηλαδή από εκείνα τα πράγματα που δεν ήθελαν πολύ σκέψη, απλά έπρεπε κάποιος να το βάλει στο οπτικό σου πεδίο και ξαφνικά συνειδητοποιούσες κάτι φανερό, σαν έναν ελέφαντα στο δωμάτιο που δεν τον είχες δει γιατί τον είχες συνηθίσει επειδή είχες μεγαλώσει με αυτόν. Περί κινηματογραφικών ταινιών ο λόγος σήμερα.
Το post στο Facebook (ένα snapshot που κυκλοφορούσε γύρω-γύρω) εφιστούσε την προσοχή σου στο ακόλουθο μοτίβο. Παλιά, όταν έβλεπες μια (καλή) ταινία, η ιστορία πάντοτε ακολουθούσε την εξής σειρά: ο ήρωας (ή ηρωίδα) έβρισκε/πάθαινε/χρησιμοποιούσε κάτι που δεν είχε λόγο να το βρει/πάθει/χρησιμοποιήσει. Μπορεί να έβρισκε ένα μαγικό αντικείμενο που τον έβαζε σε μπελάδες (Φρόντο). Ή να πήγαινε στον πόλεμο γεμάτος ελπίδα και όνειρα για δόξα. Ή να αποκτούσε κατά λάθος κάποιες δυνάμεις. Ή θα έμπαινε φυλακή. Με λίγα λόγια, ένας άνθρωπος θα βρισκόταν σε μια δύσκολη θέση χωρίς κάποιο εύκολο τρόπο να βγει από αυτή. Πολύ πιθανόν να ήταν κάτι που δεν είχε επιλέξει, να ήταν κάτι που απλά έτυχε ή του επιβλήθηκε, και πολύ πιθανόν να ήταν ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος (ή Χόμπιτ) που δεν ήθελε να μπλέξει αλλά έμπλεκε! Και θα έπρεπε να βρει ένα τρόπο να ξεμπλέξει.
Κάνοντας το δικό του προσωπικό ταξίδι και ζώντας τη δική του, προσωπική περιπέτεια. Ήθελε – δεν ήθελε.
Το ταξίδι θα τον πλήγωνε βαθιά και είτε τα κατάφερνε είτε όχι, θα έβγαινε από την άλλη μεριά αλλαγμένος – και όχι απαραίτητα προς το καλύτερο. Αυτό όμως είναι και το ρίσκο με το προσωπικό μας δρόμο, δεν ξέρουμε πάντα που θα μας βγάλει. Και το να παλέψεις με το κακό/δαίμονες σου/εντροπία είναι τεράστιο έργο. Ο Ώρος, ο Αιγύπτιος θεός που πάλεψε με τον Σετ (αδελφό του/την άλλη όψη του/τον άλλο του εαυτό) έχασε ένα μάτι στην πάλη αυτή. Ούτε οι θεοί δεν μένουν αλώβητοι.
Και αυτό κάνει τους ήρωες μας συμπαθητικούς, ακόμη και στην ήττα τους(*). Κάτι τους συμβαίνει και πρέπει να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Αν δεν το κάνουν, τα πράγματα θα γίνουν χειρότερα ή θα πεθάνουν. Απλά. Και ποτέ, κανένας τους δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτή τη θέση. Ποιος θα ήθελε άλλωστε να πάρει το βάρος του κόσμου επάνω του;
Ο Φρόντο δεν ήθελε να κουβαλήσει το δαχτυλίδι, αλλά το πήρε τελικά και αυτό τον τσάκισε σχεδόν. Τη στιγμή που λέει στην συνάντηση στο Σχιστό Λαγκάδι ότι θα το κουβαλήσει αυτός, ο Γκάνταλφ σφίγγεται. Ξέρει το φορτίο που θα κουβαλήσει ο φίλος του, έστω και αν ο φίλος του δεν έχει ιδέα. Το Γκόλλουμ το τσάκισε εντελώς αυτό το φορτίο.
Ο Πήτερ Πάρκερ ήθελε να κάνει την πλάκα του και να κερδίσει λεφτά. Ο θείος του το πλήρωσε με τη ζωή του. Και από τότε, ο Spiderman θα κάνει το καλό, όποτε και όπου μπορεί. Το βάρος όμως της απώλειας, θα το φέρνει μαζί του πάντα.
Ένας πιτσιρικάς ονόματι Luke Skywalker προσπαθεί να νικήσει τον μεγάλο κακό. Τρώει τα μούτρα του και επανέρχεται και δεύτερη φορά όπου και τον νικάει. Είναι όμως άλλος άνθρωπος αυτή τη φορά, πιο προσγειωμένος. Πιο ώριμος αλλά και με ένα μικρό βάρος στην καρδιά, δεν είναι και τόσο διαφορετικός όσο περίμενε να είναι, τον νίκησε χρησιμοποιώντας την οργή του.
Πόσες και πόσες ταινίες έχετε δει όπου ο ήρωας ή μια παρέα πηγαίνει στον πόλεμο με όνειρα για νίκες ή δόξα; Όλοι, μα όλοι, προσπαθούν στο τέλος να επιβιώσουν και να κάνουν απλά ότι καλύτερο μπορούν. Χωρίς στο ενδιάμεσο να γίνουν εντελώς κτήνη.
(Και αν μου πείτε ότι σας μιλάω για κινηματογραφικούς φανταστικούς ήρωες, σας υπενθυμίζω ότι με αυτούς ξεκινήσαμε. Αν θέλετε κάτι από μυθολογία σας πετάω μερικά τυχαία ονόματα όπως π.χ. Οδυσσέας, Αχιλλέας, Γκιλγκαμές, Δαυϊδ, Ηρακλής, Σιντάρτα, Αρθούρος, Μωϋσής, Δάντης… Όλοι χρειάστηκαν να κάνουν μια επιλογή)
Δε νομίζω ότι υπάρχει γενικώς αντίρρηση, κάνουμε ότι μπορούμε με τα τάλαντα που μας δόθηκαν και τις καταστάσεις όπου βρεθήκαμε.
Από τη δεκαετία του ‘80 περίπου όμως , η αφήγηση αρχίζει να αλλάζει. Αργά – αργά, σαν νερό που βράζει σιγά σιγά στην κατσαρόλα και σκοτώνει το βατραχάκι που κάθεται μέσα του, τα τελευταία σαράντα(;) χρόνια, η ιστορία λέγεται διαφορετικά. Τώρα πια δεν κάνεις ότι μπορείς, δεν αποκτάς τη δύναμη για να αλλάξεις τον κόσμο/την κατάσταση/το πεπρωμένο σου μέσω μιας αντιπαράθεσης, μέσω μιας μάχης που θα σε κάνει πιο δυνατό, τώρα πια γεννιέσαι με τη δύναμη αυτή. Μόνο αυτό. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις να ξεπεράσεις τα όριά σου, αρκεί να είσαι ο εκλεκτός.
Και έτσι ξαφνικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος.
Μπορείς να καταφέρεις τα πάντα, αρκεί να έχεις το χάρισμα. Αν έχεις γεννηθεί με αυτό. Αν έχεις την τάδε υπερδύναμη, ή έχεις κερδίσει το λαχείο ή είσαι σωματικά δυνατός (από μόνος σου, χωρίς να κάνεις προπόνηση). Αν ο γονιός σου είναι εκείνος ο ξεχωριστός που θα σου μεταδώσει μέρος της δύναμής του. Ή αν είσαι τυχερός να είσαι στο σωστό μέρος, τη σωστή στιγμή. Κανένα σχέδιο, καμιά περιπλοκότητα. Σχεδόν σαν να σου χρωστάει το σύμπαν κάτι. Και εκεί είναι το πρόβλημα.
Το σύμπαν, δεν μας χρωστάει τίποτα. Είναι αδιάφορο προς εμάς. Ούτε καν εχθρικό – αυτό θα ήταν μια μορφή επίγνωσης αυτού προς εμάς – αλλά αδιάφορο. Μεγάλη κουβέντα αυτή, πάρτε τη λίγο ελαφριά (σε περίπτωση που κάνω λάθος, μη σας πάρω και στο λαιμό μου). Το γεγονός όμως είναι ότι το Σύμπαν δεν χρωστάει τίποτα και σε κανέναν. Το πρόβλημα δεν είναι στο Σύμπαν, είναι στο τρόπο σκέψης που μεταδίδεται έτσι.
Η σύγχρονη αφήγηση μας εκπαιδεύει στην παθητικότητα και στην πίστη στην “έμφυτη αξία” αντί για τη μεταμόρφωση μέσω δοκιμασίας. Κάτσε. Βολέψου. Μην προσπαθείς, είσαι ήδη τέλειος όπως είσαι. Περίμενε ώστε το αποτέλεσμα να πέσει σαν ώριμο φρούτο στην αγκαλιά σου. Περίμενε, περίμενε, περίμενε… Περίμενε μέχρι να ανακαλύψεις το έμφυτο δυναμικό σου… Τη σούπερ δύναμή σου, την κληρονομιά σου ή το όπλο που μόνο αυτό μπορεί να σε βγάλει ζωντανό από το πεδίο της μάχης. Περίμενε μέχρι να σε προλάβει ο θάνατος και μετά να μη μπορείς να περιμένεις άλλο. Μπορεί να είναι ψυχολογικός, σπανιότερα σωματικός αλλά μην κάνετε λάθος. Είναι θάνατος. Από αδράνεια. Και πόσο είναι εντάξει το να είναι ακέραιο το σώμα μας, όταν η ψυχή μας, τα θέλω μας, έχουν νεκρωθεί;
Έχει πολλά ονόματα. Αυτό που έχω βρει εγώ για να το περιγράψω είναι Μεσσιανισμός. Επειδή πάντα, με τη μία ή την άλλη μορφή, περιμένουμε το Μεσσία, τη Δευτέρα Παρουσία, τον Αλλάχ, τον σοσιαλιστικό παράδεισο… Πάντα ένας Μεσσίας στο μέλλον.
Είμαι σίγουρος ότι δεν είχατε παρατηρήσει τίποτα. Ούτε και γω, δεν κάνω τον έξυπνο, δεν είχα αντιληφθεί αυτή τη γραμμή σκέψης μέχρι που ένα τυχαίο post στο facebook με έκανε να το αντιληφθώ. Υπάρχουν πάρα πολλά ακόμη που μπορούν να ειπωθούν, κυρίως στο πεδίο του ψυχολογικού πολέμου και της κοινωνικής μηχανικής. Δεν υπάρχει λόγος να μακρηγορούμε, ούτως ή άλλως αν υποθέσουμε ότι είχα το κουράγιο να το αναλύσω, θα χρειαζόμουν… βιβλίο, όχι ένα απλό άρθρο. Μπορώ όμως να κάνω κάποια ερωτήματα. Εγώ έχω τις απαντήσεις μου, εσείς βρείτε τις δικές σας…
Από τότε που έχουμε κατέβει από τα δέντρα, το αφήγημα ήταν πάντα “Προσπάθησε και θυσίασε κάτι σήμερα για να γίνεις καλύτερος αύριο. Ακόμη – ιδίως! – αν ματώσεις λίγο”. Το έχουμε περάσει στις μυθολογίες μας και στις ιστορίες που λέμε, τόσο σημαντικό είναι! Τα τελευταία σαράντα χρόνια η αφήγηση έχει γίνει “Είσαι τέλειος όπως είσαι! Ουσιαστικά δεν χρειάζεται να προσπαθήσεις για τίποτα”. Γιατί;
Τόσα και τόσα βιβλία μας λένε ότι έχουμε τη δύναμη να αλλάξουμε τον κόσμο (ή τον εαυτό μας). Μήπως δεν έχουμε τη δύναμη αλλά τη δυνατότητα να αλλάξουμε τον εαυτό μας; Τη δυνατότητα να ξεπεράσουμε τα όριά μας και να γίνουμε καλύτεροι μέσω της προσπάθειας;
Δεν άλλαξα τυχαία τις λέξεις. Η γλώσσα δημιουργεί πραγματικότητες. Προσέξτε το αυτό!
Σήμερα μιλάμε συνέχεια για δικαιώματα. Μήπως θα έπρεπε να αρχίσουμε να μιλάμε για υποχρεώσεις; Και μήπως δεν έχουμε ουσιαστικά δικαιώματα; Θυμηθείτε τι είπα για το σύμπαν πριν…
Οι παλιές ιστορίες ρωτούσαν: “Θα αντέξεις το βάρος;”. Οι νεότερες ρωτούν: “Αναγνώρισαν οι άλλοι πόσο ξεχωριστός είσαι;”. Αισθάνεστε να σας γεμίζει αυτό;
Το 2002 είχε βγει μια ταινία με τίτλο Equilibrium (Ανθρώπινο μίσος) και πρωταγωνιστούσε ο Cristian Bale (δείτε την). Προς το τέλος, είχε ειπωθεί κάτι που μου έχει μείνει μέχρι και σήμερα. Κάποιος ρωτάει τον ήρωα “Ποιός είναι ο καλύτερος τρόπος να πάρεις το σπαθί από τον αντίπαλό σου;”. Και απαντά χωρίς να περιμένει “Μα, φυσικά, να σου το δώσει ο ίδιος!”. Και ξεσπά η κόλαση μετά! (Δείτε την λέμε!)
Εμείς σε ποιόν παραδίνουμε το σπαθί μας σήμερα;
(*) Και γι’ αυτό ο Μπόρομιρ είναι από τις πιο τραγικές φιγούρες στον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Μπορεί ο Φρόντο να είναι ο πρωταγωνιστής, ο ήρωας, είναι όμως ταυτόχρονα και κάτι ιδεατό. Ο Μπόρομιρ είναι ο – ατελής – εαυτός μας! Στο πεδίο της μάχης είναι σαν στο σπίτι του, εξαναγκάζεται όμως από τον πατέρα του να αναλάβει το ρόλο του μεσολαβητή, ένα ρόλο που δεν του πηγαίνει. Τον αναλαμβάνει γιατί θέλει να βοηθήσει την πόλη του, το Δαχτυλίδι δεν το θέλει για τον εαυτό του αλλά πάλι για την πόλη του, σχεδόν διαφθείρεται, το μετανιώνει αμέσως, προσπαθεί να επανορθώσει και εξιλεώνεται δίνοντας τη ζωή του για να ξεφύγουν τα Χόμπιτ. Δεν ήθελε να βρεθεί σε αυτή τη θέση, έκανε όμως ότι καλύτερο μπορούσε κάνοντας στο τέλος την υπέρτατη θυσία. Ο Μπόρομιρ δεν είναι ήρωας γιατί είναι τέλειος, είναι ήρωας γιατί είναι ατελής και επέλεξε παρόλα αυτά να κάνει το σωστό. Ακόμη και η γλώσσα του σώματος του Ουρούκ που τον σκοτώνει το δείχνει αυτό, τον σκοτώνει από μακριά γιατί τον φοβάται! Νομίζω ότι είναι ο χαρακτήρας με τον οποίο μπορούμε να ταυτιστούμε οι περισσότεροι από μας.